«Blood Bath»(1965)

Συνάντηση δύο καλτ κόσμων! Jack Hill και Stephanie Rothman σε μια βαμπίρ εκδοχή που δεν ξανάγινε(τολμώ να προβλέψω πως ούτε πρόκειται να συμβεί στο απώτερο μέλλον)! Η καλλιτεχνική πλευρά ενός απέθαντου, ή αλλιώς «ξυπνά μέσα μου ο ζωγράφος»! Οι δύο σκηνοθέτες και σεναριογράφοι τερματίζουν την πίστα της b – movie πρωτοτυπίας, με ένα σενάριο που αγγίζει το ταβάνι στην κατηγορία αυτών των ταινιών! Ευφάνταστο, πνιγμένο στο μαύρο χιούμορ και τον σοφιστικέ τρόμο, με μοναδικές ατάκες και επινοήσεις. Το “Blood bath” αποτελεί τον προθάλαμο της κορυφαίας δημιουργίας του Hill που ήρθε ένα χρόνο μετά(Spider Baby). Μοιάζει με story board των καρικατούρων που καθιέρωσε, σε μια πρώτη του επαφή με το κοινό. Κάτι σαν πείραμα με θύματα τους ανυποψίαστους θεατές, σε ένα ντελίριο τέχνης και αίματος! Τέτοιο «λουτρό» σπανίως συναντάμε στη μεγάλη οθόνη. Οι φίλοι του σκηνοθέτη θα το λατρέψουν!

Τρελή περίπτωση ο Hill, από τις ελάχιστες σινε – περσόνες με το δικό τους wall of sound, μια ολοκληρωμένη και ανατρεπτική φιλοσοφία με άλλα λόγια, μια κινηματογραφική κοσμογονία, αν προτιμάτε. Από τα πρώτα του βήματα γύρισε χωρίς δισταγμό την πλάτη στα μεγάλα στούντιο, για να δουλέψει ανεπηρέαστος, αποφεύγοντας τα “μη” και τα “πρέπει”. Ο Hill στάθηκε τυχερός, αφού το μείγμα αυτό μαύρου χιούμορ, αυτοσαρκασμού, βίας, παρωδίας, καλτ αντίληψης και, σεξιστικών αναφορών, αναγνωρίστηκε εν ζωή. Η διαδρομή του επηρέασε πολλούς μετέπειτα συνεχιστές της δουλειάς του, με πρώτο και πιο γνωστό τον Quentin Tarantino. Αν είχαν συνυπάρξει χρονικά οι δύο σκηνοθέτες, θα είχαμε να κάνουμε με σινε – αποκάλυψη! Έχω αναρωτηθεί πολλές φορές ποιά θα μπορούσε να είναι μια πεντάδα των καλύτερων του ταινιών. Μέχρι πρόσφατα είχα κατασταλάξει στις 4 εξ αυτών. Σήμερα, μπορώ επιτέλους να προσθέσω και την πέμπτη. Τις παραθέτω με σειρά αξιολόγησης.

  1. Spider Baby (a.k.a. The Maddest Story Ever Told) (1967). Ότι πιο ανατρεπτικό συνέλαβε και υλοποίησε ποτέ. Διασκευή κλασσικού θέματος κι εδώ(“Οικογένεια Άνταμς”), αλλά στην πολύ της ακραία εκδοχή. Φευγάτο φιλμάρισμα, χαρακτήρες βγαλμένοι από απαγορευμένο κόμικς, καταπληκτική ατμόσφαιρα και, ο καλύτερος Lon Chaney, Jr. που είδαμε ποτέ.
  2. The Big Doll House (1971). Πως του ξέφυγε αυτό το σενάριο του Russ Meyer, κανείς δεν ξέρει(και δεν νομίζω να μάθει). Η μούσα του Hill(Grier), μπαίνει στο “κλουβί με τις τρελές” και ο κινηματογράφος ανακαλύπτει ένα καινούργιο, ανεξερεύνητο μονοπάτι, το wip(women in prison).
  3. Coffy (1973). Θα έβαζα το Foxy Brown (1974) σ’ αυτή τη θέση, αλλά το μάτι της Pam Grier γυαλίζει περισσότερο εδώ, το στόρι είναι τουλάχιστον 3 φορές καλύτερο και η λέξη “εκδίκηση” ανεβαίνει επίπεδο. Επιπλέον, έχει και τις φοβερές soul μελωδίες του Roy Ayers.
  4. Για αυτή τη θέση προόριζα το The Snake People (1971). Η επιστροφή ενός θρύλου. Ο Boris Karloff σε ρόλο κροίσου, τα βάζει με βουντού, φίδια και σαλεμένες φυλές, σε ένα τροπικό νησί. Αλληλούια! Όμως, έπειτα από την προβολή του Blood Bath (a.k.a. Track of the Vampire) (1966), άλλαξα γνώμη με συνοπτικές διαδικασίες(Συγνώμη, Boris!). Τους λόγους θα τους διαβάσετε στην παρουσίαση του εν λόγω φιλμ.
  5. Switchblade Sisters (1975). Η γυναίκα βρίσκει επιτέλους τη θέση της στο έργο του Συμμορίες, κλωτσοπατινάδα, έρωτες, πολιτική αμφισβήτηση, κι ένα μισάωρο φινάλε ασύλληπτο. Φήμες ότι ο Tarantino βλέποντας την πήρε τα βουνά για ένα μήνα, παραμένουν ανεπιβεβαίωτες.

Εκτός λίστας, αλλά μοναδικό εξίσου, το “Pit stop”(1969), όπου ο μηχανοκίνητος αθλητισμός συναντάει τον κ. Hill, σε μια γνωριμία που σημάδεψε και τους δύο!

https://en.wikipedia.org/wiki/Jack_Hill

Δύο λόγια και για την δεύτερη σκηνοθετική καρέκλα της ταινίας. Η μόνη γυναίκα που βούτηξε ποτέ σε αυτά τα καλτ νερά, χωρίς μάλιστα να πνιγεί, η Stephanie Rothman, διακατέχονταν επίσης από σύνδρομο αντισυμβατικότητας. Πρωτοπαλίκαρο του Roger Corman, με sci fi ανησυχίες και εξτρεμιστικές σινε αντιλήψεις. It’s a Bikini World (1967), The Student Nurses (1970), The Velvet Vampire (1971), Group Marriage (1973), Beyond Atlantis (1973), ταινίες ορόσημο των καλτ ’70ς. Το χιούμορ της ήρθε και έδεσε με αυτό του Hill, δημιουργώντας ένα εκρηκτικό μείγμα. Ο Corman έχει βάλει κι εδώ το χεράκι του(κι ας μην μνημονεύεται). Η ταινία αρχικά είχε μορφή κατασκοπικού θρίλερ, όταν ήταν ακόμη στα χέρια του Corman. Κάποια στιγμή βαρέθηκε και, πριν αποχωρήσει, έδωσε τη σκυτάλη στο δίδυμο Hill – Rothman, μαζί και ως παρακαταθήκη πλάνα γυρισμένα Βενετία(όχι την original, αυτήν της Καλιφόρνια). Όλα αυτά εν έτει 1964, όταν ο Corman είχε βάλει στο παιγνίδι και τον Francis Ford Coppola(σφόδρα επηρεασμένος από την γνωριμία τους γύρισε το Dementia 13). Δύο χρόνια μετά, κι ενώ το κοντέρ έγραφε αχόρταγα b – movie δημιουργίες, οι Hill και Rothman αποφάσισαν να οδηγήσουν το “Blood bath” στην γραμμή του τερματισμού. Στην Αμερική η American International Pictures το πρόβαλε στις αίθουσες  “πακέτο” με το Queen of Blood(συνεργασία Corman – Rothman). Στην Ελλάδα η ταινία δεν έκανε στάση για προβολή. Είχαμε άλλες δουλειές εκείνα τα χρόνια, δεν προλαβαίναμε να ασχοληθούμε με τέτοια φιλμ…

https://en.wikipedia.org/wiki/Stephanie_Rothman

Το “Blood bath” είναι μια θρίλερ διασκευή που βάζει ιδέες. Το κλασικό θέμα τυγχάνει μιας σαδιστικά καινοτόμας αντίληψης, όπου ο δράκουλας αποποιείται  την ρετσινιά της ευγενούς του καταγωγής, τα κίνητρα ξεστρατίζουν για τα καλά, η νύχτα συμφιλιώνεται απόλυτα με την ημέρα, ενώ τα θύματα γνωρίζουν διπλό μαρτύριο: τον θάνατο και την φριχτή απεικόνιση σε πίνακες ζωγραφικής(δεν ξέρω τι είναι χειρότερο από τα δύο!). Το σκηνοθετικό δίδυμο δίνει ρεσιτάλ αυτοσχεδιασμού και μοντέρνας οπτικής. Andy Warhol και Russ Meyer συνυπάρχουν ως επιρροές και τάσεις, με ένα καλλιτεχνικά αποτελεσματικό τρόπο. Τα πλάνα και η φωτογραφία στους σκοτεινούς δρόμους, οι αποστάσεις, οι λήψεις του καμπαναριού και της καμπάνας, θυμίζουν νουάρ περισσότερο παρά θρίλερ. Φοβερή η αφαιρετική εκείνη σκηνή, με τον ζωγράφο να βρίσκεται σε ένα εφιαλτικό ατελιέ, όπου στο απόλυτο πουθενά στέκεται με τα πινέλα και τα καβαλέτα του, υπό το απειλητικό βλέμμα της θάλασσας. Hats of to Alfred Taylor. Ο διευθυντής φωτογραφίας είναι από τα πολύ δυνατά χαρτιά του φιλμ, όπως και ο Ronald Stein με τις μουσικές του. Πρωταγωνιστεί ο William Campbell(μεγάλη η ομοιότητα του με τον Matthew Perry από τα “Φιλαράκια”!), γνωστός δευτερορολίτης σε μέτριες έως καλές παραγωγές του ’50. Ήταν καλός στα Operation Pacific, Small Town Girl, Escape from Fort Bravo, The High and the Mighty, Man Without a Star, Love Me Tender και, Hush… Hush, Sweet Charlotte. Παίρνει επάνω του τον ρόλο και ετα πηγαίνει εξαιρετικά. Λαβράκι αποδείχτηκε για το φιλμ η επιλογή του. Ο Campbell είχε παίξει και στο Dementia 13 του Κόπολα. Σε ρόλους που ακροβατούν μεταξύ παρωδίας και εκκεντρικότητας, οι Marissa Mathes, Lori Saunders, Sandra Knight, ο μόνιμος συνεργάτης του Hill Sid Haig, Biff Elliot, Jonathan Haze και, David Ackles.

https://en.wikipedia.org/wiki/William_Campbell_(actor,_born_1923)

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Το παλιό καμπαναριό στεγάζει τον τρόμο της κατάρας ενός βαμπίρ, που διψάει για εκδίκηση, φρέσκο αίμα, αθώα κορίτσια, αλλά και για ζωγραφική. Μια παρέα νεαρών ζωγράφων που αναζητούν νέες τεχνοτροπίες, θα βρεθούν στο επίκεντρο ενός αρχέγονου ντελίριου φρίκης, καθώς ο απέθαντος ζει ανάμεσα τους απεικονίζοντας τα θύματα του στα μακάβρια πορτρέτα που φιλοτεχνεί. Τον καθοδηγεί το μίσος για την μούσα του Μελίσα που τον πρόδωσε στις φλόγες του εξαγνισμού, για να ζωντανέψουν από κοινού έναν ανείπωτο εφιάλτη…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Οι μούμιες του Μόρα Τάου»(Zombies of Mora Tau – 1957)

Ένα από τα 4 υπέροχα φιλμ τρόμου του παραγωγού Sam Katzman, που τρόμαξε για τα καλά τους Αμερικανούς θεατές την περίοδο 1955 – 1958. Και τα 4, περιλαμβάνονται σε μια κασετίνα που δυστυχώς δεν κυκλοφόρησε ποτέ στη χώρα μας, σε dvd, από την σειρά Icons of Horror Collection – Sam Katzman. Το σετ αυτό περιλαμβάνει τα The Giant Claw(θα το παρουσιάσουμε προσεχώς), Creature with the Atom Brain, Zombies of Mora Tau και The Werewolf. Το Zombies of Mora Tau, είναι γνωστό και σαν The Dead that Walk. Μαζί με το I walk with a zombie, είναι οι δύο καλύτερες ταινίες αυτού του είδους, μέχρι τα τέλη της δεκαετίας του`50. Μετά γυρίστηκαν πολλά και άλλαξαν ακόμα περισσότερα, από τις διαφορετικές εκδοχές που προβλήθηκαν στην μεγάλη οθόνη.

Να πούμε και για τα άλλα δύο σετ που κυκλοφορούν από την ίδια σειρά. Είναι τα Icons of Horror Collection – Boris Karloff και  Icons of Horror Collection – Hammer films. Και στις δύο περιπτώσεις, δεν χρειάζεται να προσθέσουμε κάποιο σχόλιο. Οι τρείς αυτές κασετίνες, κυκλοφόρησε το 2011, έπειτα από μια περίεργη ιστορία από αυτές που συμβαίνουν καθημερινά πλέον στο διαδίκτυο. Οι James Rolfe και Mike Matei  συζητούσαν για αυτές τις ταινίες, όταν κοίταξαν κάποια στιγμή τη συλλογή του δεύτερου. Στη συνέχεια έκαναν upload τα φιλμ στο You Tube και στο site τους, το Cinemassacre. Τα υπόλοιπα προφανώς τα ανέλαβε ο 32χρονος κινηματογραφιστής, ηθοποιός, κωμικός, παραγωγός, συγγραφέας και εκδότης(James Rolfe), που τρέφει μεγάλη εκτίμηση για τα b – movies των δεκαετιών του`40 και του `50. Οι κασετίνες αυτές, εκτός των ταινιών περιέχουν και σπάνια κωμικά φιλμάκια και καρτούν.

Το Zombies of Mora Tau, γύρισε ο Edward L. Cahn, ένας σκηνοθέτης που προτιμούσε κυρίως κωμικά φιλμ και ταινίες χαμηλού προϋπολογισμού, όλες τους δυσεύρετες πλέον, οι οποίες μπορούν να βρεθούν μόνον σε προσωπικές συλλογές, αφού έχουν χαθεί τα original masters! Το παράδοξο είναι ότι κάποια από αυτά τα φιλμ είχαν την σφραγίδα πολύ μεγάλων στούντιο, όπως αυτό εδώ που ανέλαβε η Columbia Pictures! Το εξαιρετικό σενάριο ανήκει στους George H. Plympton και Bernard Gordon. Πολύ καλή τόσο η φωτογραφία του Benjamin H. Kline, όσο και η μουσική του Mischa Bakaleinikoff. Πρωταγωνιστούν οι Gregg Palmer, Autumn Russell, Allison Hayes, Joel Ashley, Morris Ankrum και Marjorie Eaton. Κανείς τους δεν είχε παίξει πριν σε τέτοιο φιλμ. Ο Palmer έκανε καριέρα σαν γουέστερν αστέρας, η Hayes σαν μοιραία γυναίκα σε αστυνομικά και νουάρ, η Hayes είχε ένα θέμα με τις μάγισσες(εμφανίστηκε και στο Mary Poppins!), ενώ ο Ankrum πήρε σβάρνα τα Sci Fi και τα γουέστερν!

Η ταινία έχει ένταση, ωραία πλάνα, μια ατμόσφαιρα τρόμου και μυστηρίου από εκείνες που φόβιζαν το κοινό στους κινηματογράφους, πριν πολλά χρόνια. Υπάρχουν έξυπνα γυρισμένες σκηνές και καλές ερμηνείες, ενώ το στοιχείο της περιπέτειας και του ναυαγισμένου θησαυρού, προσδίδει επιπλέον γοητεία. Αν μπορούσα να βρω κάτι αρνητικό, αυτό περιορίζεται μόνον στα πολλά νυχτερινά πλάνα. Πάντως είναι σπανιότατο και εξαιρετικό φιλμ.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια ομάδα τυχοδιωκτών, αναζητά τα θρυλικά διαμάντια ενός ναυαγισμένου πλοίου, στις ακτές της Αφρικής. Ο θησαυρός είναι όμως καταραμένος και δεμένος με τη μοίρα των ζωντανών νεκρών, που ξυπνούν από τον ταραγμένο ύπνο τους προστατεύοντας τα και παίρνοντας μαζί τους επίδοξους κυνηγούς θησαυρών…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Το σπίτι με τα μυστηριώδη εγκλήματα»(The shuttered house – 1967)

Βρετανικό θρίλερ από τα πολύ καλά της δεκαετίας του ’60. Πρωτότυπο, με ευρηματικό σενάριο, ψυχολογικές προεκτάσεις, θαυμάσια ατμόσφαιρα τρόμου και εξαιρετικό ρυθμό. Οι Αγγλικές ταινίες αυτού του είδους τρόμαζαν τον θεατή με ένα εντελώς διαφορετικό τρόπο, από ότι οι αντίστοιχες Αμερικάνικες. Η ατμόσφαιρα καλλιεργείται με κύριους άξονες το σασπένς, την αγωνία, τα πλάνα, αλλά και την μουσική. Το splatter στοιχείο που εισήγαγαν οι Αμερικάνικες παραγωγές ήταν πολύ μακριά ως ζητούμενο για τα Βρετανικά θρίλερ. Το αίμα κάνει την εμφάνιση του περισσότερο σαν τελικό αποτέλεσμα των πράξεων και, πολλές φορές έχει λυτρωτικό χαρακτήρα. Σηματοδοτεί ένα φινάλε όπου αποφορτίζεται το τεταμένο ήδη κλίμα, ενώ έχει και συμβολικό χαρακτήρα. Το “Shuttered room” περιλαμβάνει όλα τα πιο πάνω και, επιπλέον, έχει θαυμάσιες ερμηνείες από το σύνολο των ηθοποιών, ακόμη και από εκείνους που έχουν σύντομη παρουσία μπροστά από τις κάμερες.

Το “Shuttered room” δημιούργησε σχολή, ή παρακλάδι αν προτιμάτε και, επηρέασε πολλούς κινηματογραφιστές στις μετέπειτα δουλειές τους πάνω στα φιλμ τρόμου. Χαρακτηριστική η περίπτωση του Sam Peckinpah, που ουσιαστικά το διασκευάζει στο υπέροχο “Straw dogs” του ’71. Είναι μια πανομοιότυπη ιστορία, όπου ο ερχομός της Αγγλίδας μοιραίας φιγούρας επιφέρει αναστάτωση στην επαρχιώτικη κωμόπολη, ξυπνάει μίση από το παρελθόν, αλλά και ερωτικές φαντασιώσεις. Η μόνη διαφορά μεταξύ των δύο ταινιών, έγκειται στο κρυμμένο μυστικό, το οποίο στο φιλμ του ’67 έχει την μερίδα του λέοντος σεναριακά και, καθοδηγεί την κλιμάκωση της έντασης, κάτι που ο Peckinpah μετέτρεψε σε μια σειρά βίαιων ενστίκτων. Κι ενώ η δημιουργία του Αμερικανού σκηνοθέτη απέκτησε διαχρονική αξία(γνώρισε και remake το 2011), η αντίστοιχη του David Greene περιορίστηκε σε κολακευτικά για την εποχή της σχόλια και, σε ίσως μια αναγνώριση στους κύκλους των σινεφίλ. Κλείνοντας αυτή την σύγκριση μεταξύ των δύο φιλμ, θεωρώ την Carol Lynley κατά πολύ πειστικότερη και πιο ποιοτική στο παίξιμο της, από την Susan George, όπως και τον Oliver Reed απέναντι στον «κακό» του “Straw dogs” Peter Vaughan. Εκεί που η ζυγαριά γέρνει υπέρ της δουλειάς του Peckinpah, είναι στην καταπληκτική παρουσία του Dustin Hoffman. Ο Gig Young απέχει έτη φωτός, υποκριτικά πάντα, από τον συνάδελφο του.

Μιλώντας πιο πάνω για διασκευές, να μνημονεύσουμε και την πηγή έμπνευσης του πρώτου χρονικά φιλμ εκ των δύο, αυτού που παρουσιάζουμε σήμερα, του “Shuttered room”. Πρόκειται για προσαρμογή στην μεγάλη οθόνη του ομώνυμου βιβλίου(πλήρες τίτλος: “The shuttered room & other stories”), ενός εκ των σημαντικότερων συγγραφέων του φανταστικού, του H.P. Lovecraft. Μια συλλογή διηγημάτων τρόμου και φαντασίας, που κυκλοφόρησε σε πρώτη έκδοση η Arkham House το 1959. Τις ιστορίες αυτές είχε γράψει πολλά χρόνια πριν ο Lovecraft και, βρέθηκαν μετά θάνατον οπότε και αξιοποιήθηκαν εκδοτικά. Μια άλλη, θαυμάσια ιστορία που περιέχεται στο βιβλίο, είναι και το «The Fisherman of Falcon Point». Το βιβλίο κυκλοφορεί και στα Ελληνικά, με τίτλο «Το σφαλιστό δωμάτιο & άλλες ιστορίες», από την εκδοτική Locus 7(πρώτη έκδοση 2003). Νομίζω πως αξίζει να το αναζητήσουν οι φίλοι του συγγραφέα, που μεταξύ άλλων μας έδωσε τα From Beyond, The Call of Cthulhu, The Dunwich Horror και, το At the Mountains of Madness. Ενδεικτικά αναφέρω τα πιο πάνω, αφού το έργο του είναι πολύ μεγάλο σαν βιβλιογραφία. Για όποιον επιθυμεί, επισυνάπτω και έναν ιδιαίτερα κατατοπιστικό σύνδεσμο αναφορικά με τον συγγραφέα.

https://en.wikipedia.org/wiki/H._P._Lovecraft

Επιστροφή στα της ταινίας. Το σενάριο έγραψαν οι D. B. Ledrov και, Nathaniel Tanchuck(για έναν περίεργο λόγο, δεν αναφέρεται το όνομα εκείνου που συνέβαλε τα μέγιστα στην συγγραφή του σεναρίου, του Alex Jacobs…), ενώ την παραγωγή έκανε ο Philip Hazelton, για λογαριασμό της Troy-Schenck Productions, μιας μικρής, ανεξάρτητης Βρετανικής εταιρείας παραγωγής, η οποία για να έχει καλύτερη διανομή συμφώνησε με την Warner Bros.-Seven Arts. Ως περιοχή για τα πολλά εξωτερικά γυρίσματα, επιλέχθηκε η Κορνουάλλη, ιδανική για να αφηγηθεί τέτοιου τύπου ιστορίες μπροστά από τον φακό. Τα απόκρημνα βράχια, η ανοιχτή θάλασσα, τα κτίσματα και τα τοπία της, όλα τους αποπνέουν ένα αέρα μυστηρίου. Μέρος των γυρισμάτων πραγματοποιήθηκαν και στο Νόρφολκ, ενώ χρησιμοποιήθηκαν και τα στούντιο Twickenham Film Studios, στο Μίντλσεξ. Εξαιρετικά μοντέρνα η μουσική προσέγγιση του Basil Kirchin. Κάνει τις κλασικές μελωδίες που κυριαρχούν σε αυτά τα φιλμ πιο ηλεκτρικές, δίνες τους βάθος και αγχωτικού τύπου ένταση. Αναρωτιέμαι αν μπορεί να βρεθεί σε κάποια επανακυκλοφορία προφανώς, το soundtrack της ταινίας. Άριστη απεικόνιση συναισθημάτων και χώρου, από τον Kenneth Hodges. Τα πλάνα και η φωτογραφία που επιλέγει συνθέτουν ένα ταραγμένο ψυχικά κόσμο, όπου έχει κανείς την αίσθηση ότι τα μυστικά απλά καιροφυλακτούν, περιμένοντας την κατάλληλη στιγμή για να χιμήξουν έξω με ορμή. Φορτίζει κάθε σχεδόν σκηνή, με πολύ καλή αίσθηση του χώρου, τον οποίο εκμεταλλεύεται στο έπακρο. Και, ο Brian Smedley-Aston έχει κάνει καλή δουλειά στο μοντάζ. Εν κατακλείδι, δύσκολα θα βρει κανείς ψεγάδια στο στήσιμο και το φιλμάρισμα του “The shuttered room”. Από τεχνικής άποψης είναι άρτιο.

Πάμε και στο καστ. Πρωταγωνιστούν οι Gig Young και Carol Lynley. Το ζευγάρι που επιστρέφει στην γενέτειρα της συζύγου, γνωρίζοντας εν μέρει το ταραγμένο της παρελθόν, προσπαθώντας να αρχικά να οριοθετήσουν και, έπειτα, να αποκρυπτογραφήσουν αυτά που την στοιχειώνουν ως ύπαρξη. Ο Young, ως τεχνοκράτης Αμερικανός που κατοικεί στην Νέα Υόρκη, διαθέτει τον κυνισμό, την υπεροψία, τον δυναμισμό, αλλά και την διαρκή αμφισβήτηση, για ότι του κτυπάει την πόρτα. Η Lynley, μια πιο εύθραυστη και ανασφαλής φιγούρα, σέβεται τον κίνδυνο και, χωρίς να τον προκαλεί, θα προσπαθήσει να καθοδηγήσει τα βήματα της με όση περισσότερη ασφάλεια της επιτρέπεται. Η αναζήτηση για κείνην της παιδικής της ηλικίας, αποτελεί την ύστατη προσπάθεια να ξορκίσει τον φόβο που φωλιάζει μέσα της τα βράδια. Στην αντίπερα όχθη, ο Oliver Reed επικεφαλής μιας ομάδας χωριατόπαιδων που φλερτάρουν καθημερινά με τον κίνδυνο μέσα από τις ανώριμες πράξεις τους, φαντάζει σαν μια σκληρή προσωποποίηση της εκδίκησης του παρελθόντος. Θα προκαλέσει το ζευγάρι, ωθώντας τους πολλές φορές σε ακραίες αντιδράσεις, θα ξυπνήσει αρχέγονα ένστικτα επιβίωσης και, θα οδηγήσει τα βήματα και των δύο προς το κλειδωμένο δωμάτιο της σοφίτας. Θαυμάσια η Flora Robson, στον ρόλο της θείας Άγκαθα, κλειδοκράτορα όλων των μυστικών της περιοχής. Αποφασιστική και, μυστηριώδης, σκεπάζει με την αύρα της το χωριό του μικρού νησιού. Παίζουν ακόμη, οι Judith Arthy, Rick Jones, Ann Bell, William Devlin, Charles Lloyd-Pack, και, Bernard Kay. Ο Donald Sutherland δανείζει την φωνή του(!), στον Ζέμπιουλον Γουέιτλι(William Devlin).

https://en.wikipedia.org/wiki/Gig_Young

https://en.wikipedia.org/wiki/Carol_Lynley

https://en.wikipedia.org/wiki/Oliver_Reed

https://en.wikipedia.org/wiki/Flora_Robson

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα οικογενειακό μυστικό που προσπέρασε ο χρόνος, γεννάει φρίκη και τρόμο όταν σμίγει με την αναζήτηση της αλήθειας. Η απόσταση δεν ικανή για να κρατήσει μακριά την απόγνωση, την ανάγκη για λύτρωση, την κραυγή αγωνίας μιας ζωντανής κατάρας. Η επιστροφή της Σουζάνα Γουέιτλι με τον σύζυγο της στο μικρό νησί της Νότιας Αγγλίας, θα σηματοδοτήσει το έναυσμα για μια αναμέτρηση με τα φαντάσματα της παιδικής ηλικίας, τα οποία παίρνουν σάρκα και οστά, στάζουν μίσος και κακία, μια οργή για την καταδίκη που δεν άξιζαν…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Πάνω στα βουνά»(Third man on the mountain – 1959)

Ακόμη μια ωραία οικογενειακή ταινία, επικεντρωμένη στις αξίες και γυρισμένη σε μαγευτικά χιονισμένα τοπία, αλλά και εξαιρετικά διαμορφωμένα σκηνικά. Γλαφυρή όσο χρειάζεται, δυναμική, με τα γνωστά ιδανικά που προωθούσε – και καλά έκανε – η Ντίσνευ σε εκείνες τις παραγωγές, κωμικά και δραματικά στοιχεία ισορροπημένα, καλές ερμηνείες και σενάριο. Ας μην ξεχνάμε ότι βρισκόμαστε χρονικά στο καλύτερο σημείο της εταιρείας, με πολύ προσεγμένες δουλειές και μεγάλες επιτυχίες στις αίθουσες. Το “The third man on the mountain” είναι μια από αυτές και αρκετά δαπανηρή σαν παραγωγή. Ότι πιο χαρακτηριστικό του τρόπου που επέλεγε για να γυρίσει φιλμ ο θείος Γουώλτ. Λίγο από όλα και σε σωστές δοσολογίες, δίχως ύβρεις και άσεμνες εικόνες. Όλα τα συναισθήματα περνούν μπροστά από τον φακό, με θέα των γοητευτικών βουνών της Ελβετίας.

Ο Ken Annakin με την μακρόχρονη του συνεργασία στα στούντιο της Walt Disney, είχε την εμπειρία να γυρίσει την ταινία κρατώντας όλα τα στοιχεία του βιβλίου James Ramsey Ullman Banner in the Sky,  αναλλοίωτα. Ο Anakin υπέγραψε πολλές τέτοιες οικογενειακές ταινίες, από αυτές που κάποτε πρόβαλε και η δική μας κρατική τηλεόραση, κυρίως τα Σαββατοκύριακα και καθήλωνε τους πιτσιρικάδες. The Story of Robin Hood and His Merrie Men (1952), The Sword and the Rose (1953), Swiss Family Robinson (1960), Those Magnificent Men in their Flying Machines (1965), The Call of the Wild (1972) κ.α. Ο συγγραφέας απ` την άλλη, είδε ακόμη ένα βιβλίο του σχετικά με τις Άλπεις και την ορειβασία να γίνεται επιτυχία στην μεγάλη οθόνη. Ήταν το The White Tower(με τους Glenn Ford και Lloyd Bridges). Ο Ullman λόγω του γεγονότος ότι ήταν και ο ίδιος ορειβάτης, μπόρεσε να αποτυπώσει στο χαρτί ακόμη πιο άμεσα τα θέματα του. Τα βιογραφικά και των δύο, ακολουθούν πιο κάτω.

http://en.wikipedia.org/wiki/Ken_Annakin

http://en.wikipedia.org/wiki/James_Ramsey_Ullman

Η ταινία έχει πολλά εξωτερικά γυρίσματα και αυτό είναι ένα ακόμη δυνατό της στοιχείο. Γυρίστηκε στην Ελβετία, στο Zermatt το καλοκαίρι του`58, με έναν από τους κορυφαίους αλπινιστές όλων των εποχών, τον Gaston Rebuffat να έχει συμβουλευτικό ρόλο στην παραγωγή. Γι` αυτό και θα την βρείτε αψεγάδιαστη. Μάλιστα ενέπνευσε και την δημιουργία του Matterhorn Bobsleds, ενός ξεχωριστού χώρου στο θεματικό πάρκο της Disneyland, όπου μπορεί να δει κανείς την επιβλητική μορφή του βουνού Citadel, στις πλαγιές του οποίου αφιερώνονται πολλά από τα πλάνα του διευθυντή φωτογραφίας Harry Waxman. Ο Waxman δεν μπόρεσε να μείνει ασυγκίνητος από την ομορφιά των χιονισμένων τοπίων, κι έτσι κερδισμένοι βγαίνουν οι θεατές με τα υπέροχα πλάνα του.

Η μουσική είναι του William Alwyn και η παραγωγή των Bill Anderson και Walt Disney, ο οποίος δεν θέλησε να αναφερθεί η συνεισφορά του στα opening credits. Στους κεντρικούς ρόλους, οι Michael Rennie, James MacArthur( ο Ντάνυ του Hawaii 5-0, που είχε συμμετοχή σε πολλές ταινίες της Ντίσνευ μικρός), Janet Munro, James Donald, Herbert Lom(αγνώριστος πραγματικά, ίσως ο πιο αναγνωρίσιμος Τσέχος  ηθοποιός, αν και συνέχισε την καριέρα του στην Αγγλία), Laurence Naismith(κλέβει την παράσταση σαν βετεράνος ορειβάτης και νυν μάγειρας), Lee Patterson και Walter Fitzgerald. Μια από τις αγαπημένες ηθοποιούς του Ντίσνευ, κάνει μια μικρή εμφάνιση σαν τουρίστρια και μάλιστα δεν μνημονεύεται καν η παρουσία της. Ο λόγος για την Helen Hayes!

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένας τολμηρός νεαρός ορειβάτης, ονειρεύεται την στιγμή που θα μπορέσει να συνεχίσει το έργο του αδικοχαμένου του πατέρα και να γίνει κι αυτός με τη σειρά του οδηγός ορειβατικών ομάδων. Η ευκαιρία θα του δοθεί, όταν από μια τυχαία συνάντηση της μοίρας θα γνωριστεί με έναν Άγγλο παλιό φίλο του πατέρα του και θα ξεκινήσουν μαζί για την κατάκτηση της δολοφονικής κορυφής του βουνού Σιταντέλ, που δεσπόζει  πάνω από τα σπίτια του χωριού του…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Οι νάνοι του μαγεμένου δάσους»(The gnome mobile – 1967)

Αγαπημένη παραγωγή της Ντίσνευ και αυτή, από τα χρόνια που η εταιρεία εξακολουθούσε να χρησιμοποιεί τη μαγική μπαγκέτα στα φιλμ που γύριζε. Μια δεκαετία μετά την ενασχόληση της με τον κόσμο των ξωτικών(Darby O’Gill & the little people, με τον Κόνερυ), επιστρέφει για να κλείσει τους λογαριασμούς της με τα μικρά ανθρωπάκια που ζουν στα δάση και, στην καλπάζουσα παιδική(κάθε ηλικίας!), φαντασία. Σε αυτού του είδους τις ταινίες απλά αφήνεσαι στο χρώμα και τον κεφάτο ρυθμό τους. Χρειάζεσαι λίγη παιδικότητα. Έτσι μόνον, ίσως σε αφήσουν τα ξωτικά να τα δεις!

Χωρίς να είναι κάτι το ξεχωριστό στο σύνολο της σαν δημιουργία, η ταινία του βετεράνου και πιστού στην Ντίσνευ Robert Stevenson, καταφέρνει να κερδίσει τον θεατή με την ψήφο εμπιστοσύνης  που δίνει στην αθωότητα. Δύο παιδιά και ένας παππούς που αρνείται να μπει στο δωμάτιο με τους ξεμωραμένους, φτιάχνουν το καλύτερο καταφύγιο για τη φαντασία. Ένα μαγικό φίλτρο νιότης, πάνω στον καμβά, ζωγραφισμένο με κηρομπογιές στις αποχρώσεις του πράσινου, τόσο ζωντανό που νομίζεις ότι είναι αληθινό! Θα κοντέψει να ξεγελάσει ακόμη και τους ίδιους τους δημιουργούς του. Η νουβέλα ανήκει στον Upton Sinclair και, γράφτηκε το 1936. Η μεταφορά της στην μεγάλη οθόνη είναι η καλύτερη δυνατή.

Ένα από τα ατού του φιλμ είναι το φως, κινηματογραφικά και μεταφορικά. Δεν υπάρχουν σκοτεινές στιγμές, πλάνα, παραπομπές, υπονοούμενα. Ο σκηνοθέτης λειτουργεί παρορμητικά και, σε αυτή την λογική κινούνται οι πρωταγωνιστές του. Η φύση συνεισφέρει με τις σεκόγιες και τα πολύχρωμα χαλιά της και, οι τεχνικοί – γραφίστες – amimater του θείου Γουώλτ αναλαμβάνουν τα υπόλοιπα. Να “δέσουν” δηλαδή το παραμύθι με την πραγματικότητα, να ζωντανέψουν τους μύθους και, να “πειράξουν” κάπως τα …μεγέθη. Το τελικό αποτέλεσμα τους δικαιώνει, όπως και τον θεατή. Ειδικά εκείνον που ζητάει από το “Gnome Mobile” να μειώσει τις αποστάσεις και να καλύψει την απόσταση που τον χωρίζει από τα παιδικά του χρόνια.

Για τον Stevenson έχουμε μιλήσει αρκετές φορές, σε προηγούμενες παρουσιάσεις παργωγών της Ντίσνευ. Υπέγραψε πολλά φιλμ της. Παραγωγός εδώ είναι ο πολυβραβευμένος James Algar, ο οποίος για μια δεκαετία είχε πάρει το Όσκαρ καλύτερου ντοκιμαντέρ σπίτι του! Τα Seal Island , In Beaver Valley , Prowlers of the Everglades, The Vanishing Prairie, The African Lion και, το κορυφαίο ίσως όλων The Living Desert, άφησαν εποχή. Απλά αξεπέραστα. Θα παρουσιάσουμε μελλοντικά 3-4 από αυτά, ώστε να πάρετε μια γεύση από την καταπληκτική του δουλειά. Όλες οι παραγωγές των National Geographic, Animal Planet, Discovery, έχουν επηρεαστεί σε μεγάλο βαθμό από το έργο του πρωτοπόρου αυτού κινηματογραφιστή. Κανείς δεν μελέτησε σε τόσο βάθος την φύση και το μεγαλείο της όσο εκείνος.

https://en.wikipedia.org/wiki/James_Algar

Ο Walter Brennan υποδύεται τον παραστρατημένο παππού, που όμως θα αφήσει πίσω του τα χρήματα και τις επιχειρήσεις, προκειμένου να συμφιλιωθεί με το δάσος, τη φύση και, τους μικρούς της κατοίκους. Σε αυτή του την αναζήτηση για εξιλέωση, θα παρασύρει τα δύο του εγγόνια(Matthew Garber και Karen Dotrice), αλλά και θα τα διασκεδάσει, με τις ξεκαρδιστικές καταστάσεις που θα ζήσουν. Οι τρείς τους αναλαμβάνουν να μεταφέρουν τον Τζάσπερ και τον παππού του(ξανά Walter Brennan – σε διπλό ρόλο!), αναζητώντας την Ιθάκη των ξωτικών και μια νύφη για τον πρώτο. Ο Τζάσπερ βλέπετε,(Tom Lowell, έπαιξε και στο That Darn Cat! του ’65, στον ρόλο του σερφ φίλου της Hayley Mills), νιώθει πολύ μόνος χωρίς σύντροφο και, ανυπομονεί να παντρευτεί μια κοπέλα στο μπόι του! Η …ξωτικίνα θα βρεθεί, έπειτα από πολλές περιπέτειες και, αφού μεσολαβήσουν οι δύο γελοία σατανικοί αντίπαλοι(Richard DeaconSean McClory), οι οποίοι ο καθένας για τον δικό του λόγο δεν επιθυμούν να ολοκληρωθεί επιτυχώς το ταξίδι.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Το φιλμ έχει πανέξυπνες και απολαυστικές σκηνές. Ειδικά εκείνη της καταδίωξης με τα αυτοκίνητα στο δάσος, όπως και η κορυφαία όλων, η ευρηματική σκηνή του φινάλε με το κυνηγητό του… μελλοντικού γαμπρού από σύσσωμο τον θηλυκό πληθυσμό των ξωτικών!!! Αποκλείεται να συγκρατηθείτε και να μην γελάσετε! Ο Brennan είναι καταπληκτικός στον διπλό ρόλο, του παππού των δύο μικρών και του γέρο-ξωτικού. Πολύ ενέργεια και γκρίνια! Ο Buddy Baker έγραψε το όμορφο τραγούδι των τίτλων, σε μουσική των Richard M. Sherman και Robert B. Sherman. Στην χώρα μας προβλήθηκε ως “Οι νάνοι του μαγεμένου δάσους”. Προσωπικά θεωρώ την ταινία σαν μια από τις καλύτερες που παρήγαγαν τα στούντιο της Ντίσνευ στην δεκαετία του ’60 και, αξίζει να την ανακαλύψετε.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Τσάρλι το μοναχικό κούγκαρ»(Charlie the lonesome coogar – 1967)

Σε παραγωγή και σκηνοθεσία από τον γνωστό μας Winston Hibler, πιστό συνεργάτη για πολλά χρόνια της Walt Disney Productions, παίρνει ζωή και βρίσκει τον τρόπο να περάσει στην μεγάλη οθόνη, ένας ακόμη ήρωας του ζωικού βασιλείου. Ένα μελαγχολικό κούγκαρ, ο Τσάρλι, συνεχίζει την προσπάθεια μας αυτή να καταγράψουμε το έργο του Γουώλτ Ντίσνευ, όσων αφορά στις non animated ταινίες του. Μια οικογενειακή περιπέτεια και αυτή, με πολύ ανθρωπιά και συναίσθημα, αλλά και με μοναδικά πλάνα στην άγρια φύση. Ακόμη ένα μικρό αριστούργημα.

Μαθήματα σε όλους δίνουν αυτές οι παραγωγές του θείου-Γουώλτ με ήρωες κατοικίδια(γάτες – σκύλους κ.α.), αλλά και κατά συνθήκη κατοικίδια(αρκούδες – κούγκαρ κ.α.). Δεν απευθύνονται μόνον σε παιδιά, ή έφηβους, αλλά σε όλους μας. Ειδικά σε όσους πίστεψαν ότι τίθεται θέμα κυριαρχίας επί της φύσης. Απλά συμβιώνουμε μαζί της, κι αν την σεβαστούμε η συμβίωση αυτή θα είναι ομαλή. Αν όχι, οι επιπτώσεις είναι πλέον ορατές και γνωστές σε όλους. Η αλήθεια της απλότητας εκείνων των ντοκιμαντέρ, που θαρρείς ότι πηγάζει από τα μάτια ενός παιδιού, τα κάνει μοναδικά. Είναι διαχρονικές αυτές οι ταινίες, γιατί κουβαλούν μέσα τους την φρεσκάδα του πνεύματος και το όραμα ενός σπουδαίου συνανθρώπου μας. Έζησε και δημιούργησε κάτι λαμπερό και αθώο. Έναν ολόκληρο κόσμο γεμάτο φως και ελπίδα, χαρά και αισιοδοξία! Οι συμβολισμοί του είναι εμφανείς σε κάθε φιλμ, αρκεί κανείς να τους αναζητήσει. Συνήθως είναι ένα ελάφι που περνάει φευγαλέα για μερικά καρέ μπροστά από τα μάτια του θεατή. Ο Τσάρλι, το μοναχικό κούγκαρ με τα θλιμμένα μάτια, αποδεικνύει για μια ακόμη φορά ότι δεν μπορεί κανείς να εμποδίσει την δύναμη της φύσης, ούτε να την περιορίσει, ούτε καν να κλείσει για λίγο έστω στην καθημερινότητα των ανθρώπων. Ο λόγος είναι απλός: ο Τσάρλι ανήκει στο βασίλειο της και το πεπρωμένο του είναι προκαθορισμένο από κείνη.

Το “Charlie – the lonesome cougar”, γυρίστηκε το 1967 στις τοποθεσίες γύρω από τον ποταμό Κολούμπια, στην Ουάσινγκτον. Ιδανική τοποθεσία για τους δύο διευθυντές φωτογραφίας, William Bacon III και Lloyd Beebe, οι οποίοι κάνουν καταπληκτική δουλειά. Το ίδιο και ο Gregg McLaughlin στο μοντάζ. Το σενάριο έγραψε ο Jack Speirs, που είχε κάνει και αυτό του “King of the Grizzlies”(1970), όπως και πολλά επεισόδια τηλεοπτικών σειρών της Ντίσνευ. Στο “The bears & I”(1974), είχε αναλάβει την αφήγηση, ενώ σκηνοθέτησε το “A tale of two critters”(1977). Πολυδιάστατος ο Speirs, ήταν κι αυτός όπως και ο Hibler για πολλά χρόνια συνεργάτες στις παραγωγές της εταιρείας. Ο θείος-Γουώλτ επεδίωκε το «δέσιμο» μεταξύ τους των συντελεστών, πάνω στους οποίους στηρίχτηκε για να κάνει αυτά τα φιλμ. Ο Τσάρλι, είναι η δεύτερη ταινία που μπλέκει για τα καλά με το ντοκιμαντέρ και,  βαδίζει στα χνάρια της μεγάλης αρσενικής γκρίζας αρκούδας(“King of the Grizzlies”). Την παραγωγή ανέλαβαν οι  Walt Disney και Winston Hibler και την αφήγηση ο Rex Allen. Ένας θρύλος της κάντρι μουσικής, που έκανε επιτυχημένο πέρασμα και από τον κινηματογράφο.

http://www.imdb.com/name/nm0817636/?ref_=tt_ov_wr

https://en.wikipedia.org/wiki/Rex_Allen

Όπως και στο “King of the Grizzlies” έτσι και εδώ, πρωταγωνιστεί και ποζάρει η ίδια η φύση και η μαγεία της, μαζί με τον ήρωα μας, τον Τσάρλι. Μια πολύ συμπαθητική φάτσα, με μελαγχολικά μάτια. Ένα κούγκαρ που θα συνυπάρξει στα πλατό με τους Ron Brown
Bryan Russell, Linda Wallace, Jim Wilson και Clifford Peterson. Ηθοποιοί που επιλέχτηκαν για να υπηρετήσουν το project, αλλά και γιατί η παραγωγή τους θεώρησε ως κατάλληλους και πειστικούς, για την αφήγηση της ιστορίας. Δεν είναι αυτοί που θα κλέψουν την παράσταση με κοντινά πλάνα, ή στιγμές υποκριτικών εκρήξεων. Αυτά τα αφήνουν για τον πραγματικό πρωταγωνιστή της ταινίας. Εκεί επικεντρώνεται η κάμερα και, τα δικά του βήματα ακολουθεί με μεγάλη υπομονή. Οι ταινίες αυτού του τύπου προϋποθέτουν πολύ χρόνο για να γυριστούν. Όσο καλά εκπαιδευμένο και αν είναι ένα ζώο, όταν το αφήνεις ελεύθερο για παράδειγμα σε ένα βουνό χιλιάδων στρεμμάτων, δεν είναι και το πιο εύκολο πράγμα στον κόσμο να το παρακολουθήσεις σε όλες τους τις εκφάνσεις και στιγμές. Ούτε μπορείς να στήσεις εύκολα σκηνές, για να δώσεις δραματικά στοιχεία βάσει σεναρίου. Γι’ αυτό και δεν γυρίστηκαν πολλά τέτοια φιλμ.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο Τσάρλι, θα βρεθεί από έναν δασονόμο ορφανός και παρατημένος, στη ρίζα ενός δέντρου. Τα ναζιάρικα και μελαγχολικά του μάτια, θα οδηγήσουν τον Τζες σε μια μεγάλη και δύσκολη απόφαση: να τον κρατήσει και να τον αναθρέψει ως κατοικίδιο. Βέβαια, γνωρίζοντας και αποδεχόμενος ότι κάποια στιγμή θα πρέπει να τον αφήσει ελεύθερο. Καθώς μεγαλώνει, το κούγκαρ μαθαίνει να συμβιώνει με τους ανθρώπους, να ανέχεται τις παραξενιές τους, να παίρνει μέρος στα περίεργα πράγματα που κάνουν εκείνοι και, να τους ακολουθεί πιστά. Αναπτύσσει μια πολύ ιδιαίτερη σχέση με τον «ανάδοχο γονέα» του. Μια σχέση που διαποτίζεται από αγάπη και αφοσίωση. Στις μικρές και μεγάλες του περιπέτειες, πρωτεργάτης είναι ένα κοντόσωμο ζιζάνιο, ένα Τεριέ που τον βάζει στο μάτι από την πρώτη μέρα και, του κάνει τη ζωή δύσκολη. Τα κωμικοτραγικά περιστατικά θα δώσουν όμως κάποια στιγμή θέση στην αληθινή περιπέτεια. Αυτήν της ανακάλυψης της πραγματικής του ταυτότητας, που θα οδηγήσει τον Τσάρλι σε μεγάλες αλήθειες και δύσκολες αποφάσεις…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Αυτοί που έμειναν άνθρωποι»(Those Calloways – 1965)

Πριν την παρουσίαση της ταινίας, θα ήθελα σαν πρόλογο να αναφέρω ορισμένα πράγματα. Έτσι όπως μου βγαίνουν έπειτα από την προβολή – μετάφραση της. Ενδεχομένως το μακροσκελές, παρακάτω κείμενο, να σας κουράσει. Σε αυτή την περίπτωση, απλά συνεχίστε με την παρουσίαση και, μην ξοδέψετε επιπλέον χρόνο. Είναι απόλυτα κατανοητό.

Κατ’αρχάς, χάρηκα ειλικρινά που μου δόθηκε η ευκαιρία να μεταφράσω αυτή την ταινία. Χάρηκα, γιατί έτσι έφερα στο νου μου μνήμες σημαντικές. Μνήμες που έπαιξαν μεγάλο ρόλο στην διαμόρφωση του χαρακτήρα μου και, στην μετέπειτα πορεία στη ζωή. Ήταν χειμώνας του ’77 ή ’78, αν θυμάμαι καλά, ένα βροχερό βράδυ Σαββάτου, τότε που την είχα δει στην ασπρόμαυρη Tesla μας, στην τραπεζαρία, μαζί με την συγχωρεμένη την μητέρα μου και, την αδελφή μου. Ο τίτλος του, «Εκείνοι που έμειναν άνθρωποι», δεν έγινε απόλυτα κατανοητός στα μάτια μου, τότε.  Δεν μπορούσα να τον εξηγήσω μέσα από τα πλάνα. Ήταν ακόμη νωρίς και, δεν ήξερα την έννοια του και, την σπανιότητα με την οποία εμφανίζεται στην ζωή καθενός. Η επιρροή που άσκησε πάνω μου η ταινία ήταν πολύ μεγάλη. Αποτέλεσε ένα πρότυπο. Όχι, δεν ονειρεύτηκα να κινδυνέψω να χάσω τη ζωή μου, ή να φέρω σε τόσο δύσκολη θέση την οικογένεια μου, ή ακόμη να υπομείνω τόσες κακουχίες και δυσκολίες.

Ονειρεύτηκα όμως να αποκτήσω μια τόσο δεμένη οικογένεια, που να στηρίζει ο ένας τις αποφάσεις του άλλου, ακόμη κι αν στους “πολλούς” φαίνονται χίμαιρες. Ουτοπίες. Όνειρα θερινής νυκτός. Ανοησίες. Πείτε το όπως θέλετε. Έβαλα λοιπόν στόχο, να χτίσω πάνω στα ιδανικά που προωθούσε αυτό το φιλμ. Να στηρίξω το δικό μου οικοδόμημα με τα ίδια υλικά. Η ευκολία είναι μια εικονική πραγματικότητα στην ζωή. Άυλη. Ψευδαίσθηση. Όλα κερδίζονται με πολύ κόπο και, με πίστη. Με θέληση και αυταπάρνηση. Τίποτα δεν χαρίζεται. Από το πιο απλό ως το πιο πολύπλοκο. Ειδικά οι ανθρώπινες σχέσεις. Όταν ζητάς κάτι με την ψυχή σου και, το διεκδικείς με την στήριξη των δικών σου ανθρώπων, τότε μόνον αποκτάει αξία τόσο η ύπαρξη σου, όσο και ο χρόνος που σου δόθηκε σ’αυτή τη ζωή. Όταν μοιράζεσαι τη γνώση και, παύεις να λειτουργείς εγωιστικά. Όλοι μας κυνηγάμε τον χρόνο. Προσπαθούμε να τον κερδίσουμε. Να τον κλέψουμε, καλύτερα. Αλλά δεν γίνεται. Αυτός είναι ο νικητής πάντα. Σ’αυτά τα δικά μας βήματα στη ζωή, προσπαθούμε να προλάβουμε όσο περισσότερα πράγματα μπορούμε. Να ζήσουμε, να δούμε, να ακούσουμε, να πιστέψουμε, να διαβάσουμε, να μάθουμε, να αγαπήσουμε. Αν τώρα αφήσουμε πίσω για λίγο το “εγώ” μας και, αφεθούμε στη μαγεία του “εμείς”, ίσως – λέω ίσως – προλάβουμε να νιώσουμε ένα τσίμπημα στην καρδιά. Αυτό της ικανοποίησης, του ότι φεύγεις γεμάτος. Έχοντας δώσει. Έχοντας προσφέρει. Έχοντας αφήσει πίσω σου ένα πνεύμα ελεύθερο.

Την ταινία την αφιερώνω στον φίλο, Κώστα, αλλά και σε όλους όσους ευθυγραμμίζονται με τα πιο πάνω.

Και, κάτι για τα βραβεία Όσκαρ. Είναι μια προσωπική θέση, έτσι όπως το εκλαμβάνομαι μετά από τουλάχιστον 3 δεκαετίες ενασχόλησης μου με τον κινηματογράφο. Εδώ και πολλά χρόνια, κι εγώ δε θυμάμαι πόσα, ο θεσμός αυτός έχει ξεθωριάσει εντελώς, έχω αποπροσανατολιστεί και, είναι πλέον μια παρωχημένη, κατευθυνόμενη παρωδία, που δεν πείθει ούτε τους διοργανωτές της. Είναι όλα προσχεδιασμένα, με πλάνο που πηγαίνει σε βάθος 3-4 χρόνων κάθε φορά και, που ανατρέπεται μόνον αν προκύψει κάτι που δε γίνεται να αγνοηθεί, γιατί έτσι απλούστατα θα προκαλέσει διαμαρτυρίες και, θα προκύψουν αντιδράσεις γενικώς. Κάτι που τα μέλη της ακαδημίας(κατ’ ευφημισμό ουσιαστικά, αφού πίσω τους βρίσκονται τα μεγάλα στούντιο και οι χρηματοδότες), δεν θέλουν σε καμία περίπτωση. Γι’ αυτό και καμιά φορά, σε αυτές τις περιπτώσεις που ανέφερα πιο πάνω, βλέπουμε ξαφνικά κάποιον με το αγαλματάκι στα χέρια, ένα outsider, ένα τύπος που δεν έχει καν γράψει λόγο για την περίπτωση. Αυτά βέβαια γίνονται αραιά. Επίσης, ο θεσμός της «Χρυσής Σφαίρας», γεννάει ερωτηματικά και αυτός, ειδικά τελευταία. Κι αυτό γιατί βλέπουμε τα ¾ των όσων βραβεύονται εκεί, να περνούν κι απ’ το ταμείο των Όσκαρ. Με το τέλος της βραδιάς της απονομής των «Χρυσών Σφαιρών», ξέρεις το 75% των νικητών στην επερχόμενη τελετή της ακαδημίας. Οι συσχετισμοί που γεννούνται είναι πολλοί. Τους αφήνω σε σας.

Αυτές οι ταινίες, όπως το “Spencer’s Mountain”,  με τους εξαιρετικούς Χένρι Φόντα και Μωρήν Ο’Χάρα, ή το “Follow me boys”, με τον Φρέντ Μακ Μάρει, ή αυτό εδώ, το “Those Calloways”, αποτέλεσαν τη βάση της κεντρικής ιδέας για το περίφημο σήριαλ “The Waltons”, που έχει μείνει πια στην ιστορία της μικρής οθόνης σαν κλασικό. Είναι ταινίες που αναφέρονται στους οικογενειακούς δεσμούς, τους αναδεικνύουν ως ακρογωνιαίους λίθους της κοινωνίας, περιγράφουν πως μπορεί να ατσαλωθεί και να χτιστεί ένας ακέραιος χαρακτήρας. Δεν το έκρυψα ποτέ ότι αυτού του είδους οι ταινίες ήταν ανέκαθεν οι αγαπημένες μου. Η γλαφυρότητα με τις οποίες διαποτίζονταν, την ίδια στιγμή η σκληρές συνθήκες επιβίωσης άμβλυναν τις γωνίες της, τα ιδανικά που προωθούσαν, η κόντρα με το συμφέρον που πάντα έπαιζε το ρόλο του τυριού στη φάκα, οι συμβιβασμοί, οι μικρές και μεγάλες καθημερινές μάχες, ήταν στοιχεία με τα οποία γαλουχήθηκε η γενιά μου. Συνεπώς εξακολουθούν να ασκούν πάνω μου μια ιδιαίτερη γοητεία. Έχουν κάτι από τις λάμψεις του χτες. Των στιγμών που έζησα και μοιράστηκα. Νιώθω με έναν τρόπο, ότι έχουν μέσα τους και κάτι δικό μου. Γι’ αυτό και κατά καιρούς επικεντρώνομαι σε αυτές, παρουσιάζοντας τες. Είναι μια καλή ευκαιρία για να θυμίσω και να θυμηθώ.

Δύο λόγια και για τους πρωταγωνιστές, καθώς είναι αδύνατον να αγνοηθούν. Ladies first. Αρχή με την Βέρα Μάιλς. Μια ηθοποιό που κάθε φορά που την έβλεπα, μου έδινε την αίσθηση ότι είχε πολλά να δώσει, όμως περιορίζονταν σε καλές ερμηνείες, χωρίς να κάνει εκείνο το κάτι ξεχωριστό. Αυτό που θα της έδινε τον χαρακτηρισμό της μεγάλης ηθοποιού, ή της μεγάλης σταρ. Μπορεί να μην της έκαναν τα σενάρια. Δεν ξέρω τι την εμπόδιζε. Εδώ όμως, δείχνει να είναι μια άλλη ηθοποιός. Απελευθερωμένη, 100% μέσα στο πετσί του ρόλου, βγάζει συναίσθημα με το παίξιμο της και όχι επαγγελματισμό. Κάνει εκείνο το παραπάνω που λέγαμε πριν. Το κλάμα και η ένταση της μαρτυρούν ότι ζει την κάθε στιγμή. Ότι την έχει επηρεάσει ο ρόλος. Έχει πάθος, στοργή, μια ισχυρή προσωπικότητα ενός ανθρώπου που ξέρει τι θέλει, που ακολουθεί συνειδητά το πεπρωμένο, με οργή, με φλέγμα. Για μένα είναι συγκλονιστική. Το ίδιο και ο σύζυγος της στην ταινία. Την καριέρα του Μπράιαν Κηθ πάλι, την έχω παρακολουθήσει μέσα από δεκάδες ταινίες. Είτε σαν πρωταγωνιστή(είχε τα φόντα πάντα), όσο και σαν απλές συμμετοχές. Στην περίπτωση του μπορούμε να μιλήσουμε για μια αξιόπιστη λύση, έναν σταθερό ηθοποιό, που ήξερες τι να περιμένεις και, το σημαντικότερο, δεν επρόκειτο να πέσει κάτω από τα υποκριτικά στάνταρ του. Δικαίωνε με άλλα λόγια τους υπεύθυνους του casting για την επιλογή τους. Οι δυνατότητες του βέβαια ήταν για πολύ μεγαλύτερες απαιτήσεις. Όσοι του εμπιστεύτηκαν πιο δύσκολους ρόλους δεν μετάνιωσαν. Κι αυτός πάλι δεν έκανε το παραπάνω βήμα. Να περάσει σαν πρώτο όνομα στη μαρκίζα. Εδώ είναι καταπληκτικός. Ώριμος όσο ποτέ άλλοτε, παίζει παθιασμένα έναν δύσκολο χαρακτήρα, με πολλά τρωτά σημεία και ευαίσθητο. Καταφέρνει να τα βγάλει όλα αυτά και με το παραπάνω. Είναι αυτό που λέμε πληθωρικός. Γεμίζει τα πλάνα. Δεν έχει τίποτα το περιττό στην ερμηνεία του. Η υπερβολή του σαν ηθοποιός, εδώ βρίσκει πρόσφορο έδαφος και, τον βοηθάει πολύ.  Υπάρχουν στιγμές που και οι δύο τους σε καθηλώνουν. Είναι αδύνατον να στρέψεις αλλού το βλέμμα σου. Να πατήσεις την παύση για να γεμίσεις ένα ποτήρι κρασί. Και οι δύο τους κάνουν την καλύτερη ερμηνεία της καριέρας τους. Δεν ξέρω τι άλλο πρέπει να κάνει ένας ηθοποιός, για να κερδίσει έστω μια υποψηφιότητα για βράβευση. Θεωρώ αδιανόητο να μην έχει πάρει η συγκεκριμένη ταινία έστω μια υποψηφιότητα, ιδίως σε κατηγορίες όπως του πρώτου ανδρικού και πρώτου γυναικείου ρόλου, του δεύτερου ανδρικού και, της φωτογραφίας! Ίσως το ερώτημα να έχει εύκολη απάντηση, αν διαβάσατε το παραπάνω κείμενο. Ίσως πάλι, η εξήγηση να βρίσκεται κάπου αλλού.

Ο άλλοτε αγαπημένος πιτσιρικάς του Χόλλυγουντ, ο Brandon deWilde με τις πολλές παιδικές ταινίες στο ενεργητικό του, εδώ είναι ενήλικας πλέον και, εξαιρετικός ηθοποιός. Δείχνει ότι έχει μεγαλώσει αποκτώντας πολύτιμες εμπειρίες κοντά σε σπουδαίους ερμηνευτές, τις οποίες εκμεταλλεύεται με την καλή έννοια. Είναι ιδανικός στον ρόλο του γιού των Κάλογουει. Ένας ηθοποιός που ξεχωρίζει για την μεστότητα και το τεράστιο του ταλέντο, είναι ο Walter Brennan. Πολύ μεγάλος Αμερικανός καρατερίστας. Το έχουμε ξαναπεί. Έκανε πολλές ταινίες για τον Ντίσνευ, όπως και η Μάιλς και, ο Κηθ. Εδώ όμως είναι απλά μοναδικός, σε έναν φοβερά σύνθετο ρόλο. Όσο για τον αμίμητο κυριολεκτικά Ed Wynn , που εδώ υποδύεται έναν βαρήκοο χωρατατζή, δεν έχω λόγια! Τι να πρωτοθυμηθώ από όσα κάνει;! Παραθέτω πιο κάτω τα βιογραφικά και των πέντε ηθοποιών.

https://en.wikipedia.org/wiki/Vera_Miles

https://en.wikipedia.org/wiki/Brian_Keith

https://en.wikipedia.org/wiki/Walter_Brennan

https://en.wikipedia.org/wiki/Brandon_deWilde

https://en.wikipedia.org/wiki/Ed_Wynn

Για την ιστορία, να πούμε δύο λόγια και για τους υπόλοιπους συντελεστές. Η σκηνοθεσία ανήκει στον πιστό «σωματοφύλακα» Norman Tokar, το σενάριο διασκεύασε ο Louis Pelletier, η παραγωγή είναι του Winston Hibler (εννοείται!), η μουσική του «πολύ» Max Steiner(μεγάλη έκπληξη η επιλογή του, με το ακριβό κασέ), η φωτογραφία(αριστουργηματική!), του Edward Colman και, τέλος, το βιβλίο πάνω στο οποίο αναφέρεται η ταινία, είναι το Swiftwater, του συγγραφέα Paul Annixter.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο Καμ Κάλογουει, ένας σκληροτράχηλος και πεισματάρης κυνηγός γουναρικών, μεγαλωμένος στα βουνά από τους ινδιάνους Μίκμακ, έχει μια αλλιώτικη φιλοσοφία ζωής από τους υπόλοιπους κάτοικους του Σουίφτγουοτερ. Ακολουθεί ένα όραμα και, δεν παρεκκλίνει από την υλοποίηση του για τίποτα και, για κανέναν. Οραματίζεται ένα καταφύγιο για τις άγριες χήνες, όταν θα έρθει η εποχή του χρόνου για να περάσουν από τα μέρη του. Τα πτηνά αυτά είναι το τοτέμ, ο θεός της φυλής των Μίκμακ.  Η δύναμη του Κάλογουει είναι η φαμίλια του. Αυτή του δίνει την στήριξη για να συνεχίσει να κυνηγάει ένα όνειρο. Είναι το αποκούμπι του, όταν η ζωή τον μαστιγώνει αλύπητα, όταν όλα δείχνουν χαμένα. Τρείς άνθρωποι – μια γροθιά. Μαζί στα δύσκολα, μαζί και στις χαρές. Όλες τους οι επιθυμίες χωρούν κάτω από μια ξύλινη σκεπή, σε μια καλύβα κάπου στο δάσος. Μακριά από τα φώτα της πόλης και την απατηλή λάμψη του πολιτισμού. Θα περάσουν από το φαράγγι του χλευασμού και της ανυποληψίας, για να βγουν σε ένα ξέφωτο καθολικής αναγνώρισης και, ως πρότυπου πίστης και αφοσίωσης. Δείτε την ζωή των Κάλογουει. Δείτε με τι εφόδια μένουν όρθιοι στα απανωτά χτυπήματα της μοίρας. Δείτε από τι είναι φτιαγμένη η αλυσίδα που τους κρατά μαζί. Δείτε πόσο εύκολα μπορεί να βρεθεί το μονοπάτι, όπως και πόσο δύσκολο είναι να το βαδίσει κανείς, δίχως να αλλοτριωθεί…  Δείτε τις πατημασιές που αφήνει η ανθρωπιά πάνω στο χιόνι. Δείτε την ελπίδα να πετάει πάνω από τα πεύκα και, να βγάζει μια μοναδική μελωδία απ’ το ράμφος της!

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Έλα να ζήσουμε μαζί»(Come live with me – 1941)

Θαυμάσια ρομαντική κωμωδία, με πολύ έξυπνες, εμβόλιμες αναφορές σε κοινωνικά φαινόμενα των ημερών της, κριτική και σάτιρα. Ο Clarence Brown κάνει την καλύτερη του, την πιο ευρηματική σκηνοθετική δουλειά, άρτια και εξαιρετική στην καθοδήγηση των ηθοποιών του. Ο James Stewart συναντιέται για δεύτερη φορά επί σκηνής την ίδια χρονιά με την Hedy Lamarr και, συνθέτουν ένα έξοχο δίδυμο. Καλοδουλεμένο χιούμορ, πιο σύνθετο, λεπτό, αλλά και πιο κοντά στο Ευρωπαϊκό σινεμά. Μπορεί οι καταστάσεις να θυμίζουν κάτι(ενδεχομένως από το σενάριο του Remember the night, με το δίδυμο Fred MacMurray – Barbara Stanwyck του Mitchell Leisen), που προβλήθηκε μόλις ένα χρόνο πριν, όμως η γοητεία του “Come live with me” είναι αναμφισβήτητη. Κι αυτό χάρη στους διαλόγους(με άμεση και έμμεση ερμηνεία), την υποκριτική ποιότητα των πρωταγωνιστών όπως και, την υποδειγματική σκηνοθεσία. Πολύ ξεχωριστή ταινία, πάνω από το συνηθισμένο επίπεδο αυτού του είδους, όπου συνήθως κυριαρχούν τα εύθυμα gang και οι απλοϊκές πολλές φορές παρεξηγήσεις. Μια από τις καλύτερες κωμωδίες του Τζίμι Στιούαρτ.

Η νουβέλα από την οποία προήλθε το φιλμ, ήταν μια δουλειά της Virginia Van Upp, συγγραφέως και σεναριογράφου, με πολύ έντονη και επιτυχημένη παρουσία στο Χόλλυγουντ. Από τις πλέον αξιοσημείωτες της δουλειές(όλες τους μεταφέρθηκαν στην μεγάλη οθόνη), είναι τα Cover Girl, The Lady from Shanghai, The Guilt of Janet Ames, Affair in Trinidad, Gilda(μακράν η μεγαλύτερη της επιτυχία), και, The Guilt of Janet Ames. Έγραψε και το υπέροχο “The trial”, μια συμβολική, σύγχρονη μεταφοράς της δίκης του Ιησού, το οποίο προθυμοποιήθηκε να σκηνοθετήσει ο μεγάλος Frank Capra(και να κάνει την παραγωγή), όμως τα στούντιο της Paramount την απέρριψαν τελικά, υπό τον φόβο μιας αρνητικής αντίδρασης εκ μέρους του κοινού και των κριτικών. Η Van Upp ήταν μια από τις τρείς μόλις γυναίκες παραγωγούς στο Χόλλυγουντ, την περίοδο 1930 – 1945. Οι άλλες δύο, ήταν οι Joan Harrison, που συνεργάστηκε επί μακρόν με τον Alfred Hitchcock και, η Harriet Parsons. Πολύ καλή δουλειά στην κινηματογραφική προσαρμογή από τον έμπειρο Patterson McNutt. Επίσης όμορφη και ατμοσφαιρική είναι η μουσική του Herbert Stothart. Στο soundtrack της ταινίας συμπεριλαμβάνεται και το ποίημα «Come Live with Me»(από όπου εμπνεύστηκε ο τίτλος της νουβέλας), του σπουδαίου δραματουργού και ποιητή Christopher Marlowe, σε μελοποίηση από τον John Liptrot Hatton. Τμήμα του ποιήματος απαγγέλει ο Στιούαρτ σε χαρακτηριστική σκηνή της ταινίας. Αυτό όμως που αποτελεί το μεγαλύτερο κίνητρο για τους συλλέκτες κινηματογραφικής μουσικής, είναι η πρώτη ηχογράφηση του περίφημου «Oh Johnny, Oh Johnny Oh!», μιας τεράστιας επιτυχίας των The Andrews Sisters(στίχοι – μουσική: A. Olman, Ed Rose). Ένα από τα κορυφαία γυναικεία συγκροτήματα φωνητικών της δεκαετίας του ’40, που ερμήνευσε μοναδικά τραγούδια όπως τα «Don’t Sit Under the Apple Tree» , «Straighten Up and Fly Right» , «Tico Tico» , «Rum and Coca Cola» και, «The Three Caballeros»(μαζί με τον Bing Crosby ). Η ταινία προβλήθηκε στην χώρα μας με τον τίτλο «Έλα να ζήσουμε μαζί».

https://en.wikipedia.org/wiki/Virginia_Van_Upp

https://en.wikipedia.org/wiki/Christopher_Marlowe

https://en.wikipedia.org/wiki/John_Liptrot_Hatton

https://en.wikipedia.org/wiki/The_Andrews_Sisters


Η ταινία έχει πλήθος ευρηματικών σκηνών. Ξεχωρίζει η συζήτηση του πρωταγωνιστή στο παγκάκι με τον άστεγο, όπως και στο φινάλε, τα δύο φοβερά πλάνα(ένα στον καθρέφτη πριν τον τσακίσει ο Στιούαρτ, όπου θυμίζει λίγο από τον Ντε Νίρο στον «Ταξιτζή», 30 χρόνια πριν γυρίσει το φιλμ ο Σκορτσέζε και, η άλλη όταν κοιτάζεται μέσα από το κομμάτι του σπασμένου καθρέφτη). Όσα μηνύματα δεν είχε περάσει ο Clarence Brown σε όλα τα φιλμ του, τα ενσωματώνει εδώ. Κριτική στο σύστημα, απομυθοποίηση των θεωριών περί αποβλήτων της κοινωνίας, ανθρώπινη εκμετάλλευση, πολιτικές αναφορές στον τρόπο απόκτησης της πράσινης κάρτας, διαφθορά σε κάθε επίπεδο, τόσο όσων αφορά στην δημόσια διοίκηση, όσο και στον ιδιωτικό τομέα, αλλά και την κορυφαία του ίσως τοποθέτηση, αυτή περί κίνητρων και λανθασμένων επιλογών, που οδηγούν τον επαρχιώτη στην μεγαλούπολη, όπου στόχος γίνεται η απόκτηση αρκετών χρημάτων, για να αγοράσει μια φάρμα μακριά από την πόλη. Μια κατάσταση vise versa, μια ονειροπαγίδα που εγκλωβίζει στα δίχτυα της τα ανυποψίαστα θύματα, υποβοηθούμενη από τα πρότυπα που πλασάρει ο «ιδανικός τρόπος ζωής». Κι εδώ έχουμε τροφή για κάθε ενδιαφερόμενο κοινωνιολόγο. Ο Brown δράττεται της ευκαιρίας που του προσφέρει το αρχικό κείμενο για να αναλύσει τα πιο πάνω, με χιουμοριστικό τρόπο πάντα και, ορισμένες φορές κυνικό. Έχει δουλέψει πολύ τα πλάνα του, με την βοήθεια φυσικά του διευθυντή φωτογραφίας George Folsey. Την παραγωγή να πούμε ότι έκανε ο σκηνοθέτης, για την Metro-Goldwyn-Mayer.

Πάμε και στα κεντρικά πρόσωπα της εύθυμης αυτής ιστορίας, που διατηρεί ωστόσο τον δραματισμό και την τραγικότητα της. Ο Στιούαρτ υποδύεται τον νέο συγγραφέα που αγωνιά για το μέλλον αναζητώντας την αναγνώριση της δουλειάς του, αλλά οι συνεχόμενες απορρίψεις τον οδηγούν σε αδιέξοδο, πολύ μακριά από την επαρχιακή πόλη που ζούσε ευτυχισμένος. Χαμένος σε μια γκρίζα πραγματικότητα που καθιστά αδύνατα ακόμη και τα όνειρα, αντιλαμβάνεται ότι η αλήθεια και τα βιώματα είναι εκείνα που οφείλει να καταγράψει, κι όχι καταστάσεις που δεν έζησε ποτέ. Η Λαμάρ από την άλλη, προσπαθεί να ξεφύγει από την μοίρα του παράνομου μετανάστη και, να διαγράψει το στενάχωρο παρελθόν που την ακολουθεί σαν σκιά. Κάπως έτσι θα γνωριστεί με τον Ian Hunter μεγαλοεκδότη και μπερμπάντη, ο οποίος θα την ερωτευτεί αδιαφορώντας για τις επιπτώσεις στον συζυγικό του βίο. Η σύζυγος του όμως, Verree Teasdale, θα παίξει πολύ πιο καθοριστικό ρόλο από ότι αρχικά διαφαίνονταν, μπαίνοντας σφήνα στο ερωτικό γαϊτανάκι, θέτοντας τους δικούς της όρους. Έξοχη η ερμηνεία όλων, όμως εκείνη που κερδίζει την παράσταση, είναι δίχως αμφιβολία η Adeline De Walt Reynolds, στον ρόλο της γιαγιάς του Στιούαρτ. Πληθωρική και ώριμη παρουσία, με προσωπικότητα και ιδιαίτερο υποκριτικό ύφος. Τα τελευταία 25 λεπτά του φιλμ της ανήκουν δικαιωματικά.

https://en.wikipedia.org/wiki/Hedy_Lamarr

https://en.wikipedia.org/wiki/Ian_Hunter_(actor)

https://en.wikipedia.org/wiki/Verree_Teasdale

https://en.wikipedia.org/wiki/Adeline_De_Walt_Reynolds

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η Τζώνι ονειρεύεται μια νέα σελίδα στην χτυπημένη από τη μοίρα ζωή της, μακριά από τα απομεινάρια της πατρίδας της, της Αυστρίας, η οποία στενάζει κάτω από τον ναζιστικό ζυγό. Η πολυπόθητη όμως πράσινη κάρτα δεν είναι κάτι εύκολο, κι αυτό θα το διαπιστώσει όταν βρεθεί αντιμέτωπη με την υπηρεσία μετανάστευσης, με μόνο της σύμμαχο τον ερωτοχτυπημένο, μεσήλικα μεγαλοεκδότη, που βλέπει στο πρόσωπο της μια καινούργια ευκαιρία στη ζωή. Ο τρίτος της παρέας που θα εμπλακεί στο ομαδικό αυτό αδιέξοδο, είναι ο Μπίλ, ένας νεαρός επαρχιώτης που αναζητεί στην σκληρή μεγαλούπολη την συγγραφική επιτυχία. Το σχέδιο είναι απλό: ένας εικονικός γάμος με τον άπορο σχεδόν συγγραφέα, ώστε να αποκτηθεί η πολυπόθητη ιθαγένεια. Τι θα συμβεί όμως όταν ο Μπίλ ερωτευτεί την όμορφη Τζώνι…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Η μικρή καλύβα»(The little hut – 1957)

Πολύ ωραία ρομαντική κωμωδία, με στοιχεία κοινωνικής σάτιρας. Διακωμωδεί την πολυπλοκότητα του έγγαμου βίου, καθώς απομακρύνεται από την αρχική του μορφή για χάρη κοινωνικών υποχρεώσεων και προσωπικών φιλοδοξιών. Κι όλα αυτά με το χαρακτηριστικό Αγγλικό άγγιγμα. Ένα κινηματογραφικό πρίσμα γοητευτικά ξεχωριστό. Η παροιμιώδης ψυχραιμία και το βρετανικό, παραδοσιακό φλέγμα, σε μια προσπάθεια διατήρησης των ισορροπιών ακόμη και στο ξεχασμένο ερημονήσι, όπου οι καλή ανατροφή, οι τρόποι και ο άκρως συντηρητικός καθοσπρεπισμός, καταφέρνουν να αντιπαρέλθουν κάθε λογής εμπόδια, με το ανάλογο φυσικά τίμημα. Θυμίζει κάτι από το “The admirable Crichton”(γυρίστηκαν την ίδια χρονιά – 1957), μόνο που το “The Little Hut” επικεντρώνεται στο ρομαντικό της κωμικής του σεναριακής υπόστασης περισσότερο, αφήνοντας στην άκρη τις αιχμηρές υποδείξεις. Εξαιρετική ταινία. Ότι πρέπει για παλιομοδίτικο θερινό σινεμά!

Η ταινία βασίζεται σε δύο θεατρικά. Το  Civilitzats tanmateix (Nevertheless civilized – 1921), του Καταλανού συγγραφέα Carles Soldevila και, το La petite hutte (1947), του Γάλλου André Roussin. Θα έλεγα ότι οι επιρροές από το δεύτερο είναι κάτι παραπάνω από εμφανείς. Άλλωστε ήταν και πιο σύγχρονο, ενώ γνώρισε τεράστια επιτυχία στην Γαλλία(1500 παραστάσεις στο Παρίσι), όπως και στην Αγγλία, σε μετάφραση Nancy Mitford. Παίχτηκε επί σειρά ετών στο West End(αντίστοιχο του Αμερικανικού Μπρόντγουει). Πρεμιέρα το 1950, με πρωταγωνιστές τους Robert Morley και, David Tomlinson(αργότερα τον αντικατέστησε ο Roger Moore). Το ύφος του άρεσε πολύ στο Αγγλικό κοινό. Γι’ αυτό και το 1955 οι  Hugh Herbert και Mark Robson αγόρασαν τα δικαιώματα και ξεκίνησαν τα γυρίσματα στα στούντιο της Τσινετσιτά, στη Ρώμη. Την διανομή ανέλαβε η Metro-Goldwyn-Mayer, σε μια ταινία με συμπαθητικές ως καλές εισπράξεις(3,6 εκατομμύρια δολάρια – 1,6 εκ. Budget). Το 2010 το θεατρικό ανέβηκε ξανά στην Αγγλία, με πρωταγωνιστικό δίδυμο τους Aden Gillett και, Janie Dee. Η θεατρικότητα – διάχυτη σχεδόν σε κάθε πλάνο του φιλμ – του δίνει ακόμη μεγαλύτερη αυθεντικότητα. Αν η διασκευή είχε γίνει με καθαρά εμπορικό σκεπτικό, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο θετικό.

Την σκηνοθεσία ανέλαβε ο γεννημένος στον Καναδά Mark Robson, με την γεμάτη καριέρα στο Χόλιγουντ. Στις 45 του ταινίες συμπεριλαμβάνονται και οι παραγωγές που έκανε στα Citizen Kane(1941 – ήταν και βοηθός μοντέρ), The Magnificent Ambersons (1942), Cat People (1942), I Walked with a Zombie (1943), The Leopard Man (1943). Όρσον Ουέλς, Φράνκ Κάπρα, Ζακ Τουρνέ! Και μόνο το γεγονός ότι υπήρξε στενός τους συνεργάτης, αρκεί από μόνο του για να πιστοποιήσει το ταλέντο του Ρόμπσον. Όπως και τα ονόματα των ηθοποιοών με τους οποίους συνεργάστηκε. Return to Paradise (1953 – με τον Γκάρι Κούπερ), Hell Below Zero (1954), Phffft! (1954 – με τον Τζακ Λέμον), The Bridges at Toko-Ri (1955), The Harder They Fall (1956 – με τον Χάμφρει Μπόγκαρτ), Peyton Place (1957), From the Terrace (1960 – με τον Πωλ Νιούμαν), The Prize (1963 – Νιούμαν κι εδώ), Von Ryan’s Express (1965 – Φράνκ Σινάτρα), Valley of the Dolls (1967) και, Earthquake (1974), μεταξύ άλλων. Εξαιρετικές δουλειές όλες. Ταινίες που κινούνται σε ένα ευρύ φάσμα θεματολογίας. Ο Ρόμπσον τα πήγαινε εξίσου καλά σε δράματα, ή κωμωδίες, όπως και σε ταινίες δράσης. Το The Little Hut (1957), ήταν το πιο ιδιαίτερο του εγχείρημα.

https://en.wikipedia.org/wiki/Mark_Robson

Στην παραγωγή του F. Hugh Herbert συμμετείχε και ο σκηνοθέτης. Άλλωστε ήταν συνεργάτες επί μακρόν. Ο Χέρμπετ είναι μια μεγάλη μορφή της pre code περιόδου στο Χόλιγουντ. Πολύ σπουδαίος παραγωγός. Σφράγισε με την παρουσία του σημαντικότατες ταινίες εκείνων των χρόνων. Παραθέτω χαρακτηριστικά τα Adam and Evil (1927), Tea for Three (1927), Lights of New York (1928), A Single Man (1929), Road to Yesterday (1930), The Women in His Life (1933) και, The Traveling Saleslady (1935). Στην δεκαετία του ’40 επιμελείται την παραγωγή των θαυμάσιων My Heart Belongs to Daddy (1942), Fly-by-Night (1942), Kiss and Tell (1945 – βασισμένη σε δικό του θεατρικό), και, Margie (1947).

https://en.wikipedia.org/wiki/F._Hugh_Herbert

Πρωταγωνιστούν τρείς εξαιρετικοί ηθοποιοί, με πολύ ξεχωριστό και αναγνωρίσιμο παίξιμο, αλλά και τεράστιες επιτυχίες στο ενεργητικό τους. Ava Gardner, Stewart Granger, David Niven.  Η Γκάρντνερ είναι η παραπονιάρα και ζηλιάρα σύζυγος του Γκρέιντζερ, που με τον φουκαρά τον Νίβεν σε ρόλο υποψήφιου εραστή, επιχειρεί να αφυπνίσει τον διαρκώς απασχολημένο επιχειρηματία. Παίζει πολύ καλά ως ναζιάρα και γοητευτική μεν, παραμελημένη σύζυγος δε, η οποία κάποια στιγμή κινείται και στο μεταίχμιο του να ενδώσει στις ερωτοτροπίες του “αναπληρωματικού” ταιριού, στο πρόσωπο του Νίβεν. Της πηγαίνει γάντι και ο ρόλος. Έχει τσαχπινιά, λάγνο βλέμμα, σεμνότητα στο εντελώς ξαφνικό και καλούς τρόπους(τους χρησιμοποιεί σαν κρυφά χαρτιά). Στις σκηνές με το μαύρο νεγκλιζέ στην αμμουδιά θα αναστάτωσε πλήθος θεατών… Ο Γκρέιντζερ θα πρέπει να διασκέδασε πολύ στα γυρίσματα. Υπάρχουν στιγμές που κρατιέται να μην ξεσπάσει σε γέλια. Ειδικά όταν επιδίδεται σε κατασκευαστικές πρωτοτυπίες, προκειμένου να προσφέρει ανέσεις στους ναυαγούς. Κορυφαία εφεύρεση μακράν, η μηχανική κάθοδος της βελόνας στο πικαπ! Απίστευτη ως σύλληψη και κατασκευή. Ο Νίβεν πάλι, είναι ιδανικός ως προσποιητά αφελής αντίζηλος. Με το ατσαλάκωτο του στυλ, την ευγένεια και την πονηριά πίσω απ’ τα μάτια, κλέβει την παράσταση. Δείτε τον να κάνει ζογκλερικά με τις καρύδες! Έκτακτη συμμετοχή στον ρόλο του σεφ του γιότ, από τον Walter Chiari. Στην σκηνή του… μπόλα μπόλα, είναι απολαυστικός!

https://en.wikipedia.org/wiki/Ava_Gardner

https://en.wikipedia.org/wiki/Stewart_Granger

https://en.wikipedia.org/wiki/David_Niven

https://en.wikipedia.org/wiki/Walter_Chiari

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Εγκλωβισμένη μέσα σε έναν γάμο που δείχνει να λοξοδρομεί επικίνδυνα σε μονοπάτια άκρατης φιλοδοξίας από πλευράς συζύγου και, νιώθοντας παραμελειμένη, η πανέμορφη κ. Άσλοου επιβάλλει με αρκετή δόση πονηριάς έναν κατά παραγγελία αντίζηλο, στο πρόσωπο του καλού οικογενειακού φίλου Χένρι Μπρίτινχαμ Μπρετ, σε μια προσπάθεια να προκαλέσει ζήλια(τουλάχιστον σε πρώτη φάση). Για να υλοποιήσει το σχέδιο της, ζητάει από τον πολυάσχολο σερ Φίλιπ Άσλοου να αποποιηθεί για λίγες μέρες τον σημαντικό του επιχειρηματικό ρόλο, για χάρη μιας κρουαζιέρας στους τροπικούς. Τι θα συμβεί όμως όταν οι τρείς τους(ζεύγος και αντίζηλος), βρεθούν ως ναυαγοί στο ίδιο ερημονήσι; Πως θα διαμορφωθούν οι ρόλοι και οι ισορροπίες; Οι απαντήσεις επί της οθόνης!

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Στη βοή της ζούγκλας»(Duel in the jungle – 1954)

Έκτακτο ζουγκλοειδές νουάρ(περίεργος κινηματογραφικός συνδυασμός και όχι ιδιαίτερα συνηθισμένος), με ολίγο από κροκόδειλους, αφρισμένα ποτάμια, δολοπλοκίες και πεινασμένα λιοντάρια, φίδια, ελέφαντες, ιπτάμενες… αντιλόπες, κουνουπιέρες για ασφαλή ύπνο στην ύπαιθρο, Αφρικάνικο φολκλόρ, μια γυναίκα – δύο άντρες, ο ένας από τους οποίους κοστίζει 2 εκατομμύρια δολάρια. Επιπλέον, η ταινία διαθέτει Βρετανική, αποικιοκρατική φινέτσα(βουρδουλιές στους απείθαρχους ιθαγενείς, άπαντες πιστοί στο δόγμα «είμαι Άγγλος – κάνω  κουμάντο» κλπ), κι έχει γυριστεί στο Γιοχάνεσμπουργκ, συνεπώς οι σκηνές ζούγκλας δεν είναι ούτε αποσπάσματα ντοκιμαντέρ, ούτε έργο των σκηνογράφων στα στούντιο. Βλέπεται πολύ ευχάριστα, με τον Ντάνα Άντριους να συγκεντρώνει τα περισσότερα βλέμματα της κάμερας, όντας σε εξαιρετική φόρμα(υποκριτική και αθλητική). Συμπερασματικά, δείτε το – αξίζει τον κόπο.

Στα του προλόγου να προσθέσουμε ορισμένα ακόμη στοιχεία. Πρώτα απ’ όλα είναι μια από τις ξεχασμένες Αφρικανικές περιπέτειες του ’50, την ύπαρξη της οποίας αγνοούν πολλοί σινεφίλ. Ενώ δεν είναι υποδεέστερη από άλλες παρόμοιες ταινίες, φέρει την στάμπα ανεξάρτητης παραγωγής(Marcel Hellman Productions και Associated British Picture Corporation (ABPC). Μια καθαρά Βρετανική υπόθεση, κάτι που αυτομάτως συνεπάγονταν πως χωρίς την κλασική φανφάρα των Αμερικάνικων στούντιο, δεν είχε μεγάλες εισπρακτικές προσδοκίες(και διανομή στις Αμερικάνικες αίθουσες φυσικά). Πέραν αυτού, υπήρξε κι ένα τραγικό συμβάν που σημάδεψε τα γυρίσματα στην Αφρικάνικη ήπειρο. Ο βοηθός σκηνοθέτη Anthony Kelly άφησε την τελευταία του πνοή, όταν αναποδογύρισε το κανό στο οποίο επέβαινε, στα ορμητικά νερά του ποταμού Ζαμβέζη. Περιστατικό που σίγουρα φόρτισε συντελεστές και ηθοποιούς. Ειδικά από την στιγμή που διαδόθηκαν ανυπόστατες φήμες(δεν βρέθηκε ποτέ το πτώμα του άτυχου κινηματογραφιστή), ότι τον κατασπάραξαν κροκόδειλοι. Τα πολύ ωραία πλάνα ζούγκλας στην Νότια Αφρική και, συγκεκριμένα στα Port Elizabeth, Bechuanaland, Victoria Falls και, Johannesburg, τον Οκτώβριο του 1953. Δύο ακόμη παραλειπόμενα. Η Αγγλική κόπια της ταινίας είχε 105 λεπτά διάρκεια, ενώ στην Αμερική προβλήθηκε με 98. Τέλος, ο ηθοποιός Michael Mataka που τραγουδάει σε κάποια σκηνή και το The Night Belongs to Me, έγινε ο πρώτος Αφρικανός διοικητής της αστυνομίας στην Ζάμπια.

Η παραγωγή ήταν πολύ προσεγμένη, σχεδόν αψεγάδιαστη θα την χαρακτήριζα. Ενδεικτικό της τελειομανίας των Βρετανών τα μόλις 15 λεπτά σκηνών σε στούντιο, σε μια ταινία που θα μπορούσε άνετα να μην έχει καθόλου εξωτερικά γυρίσματα! Κάτι που προσδίδει πολύ γερή δόση ρεαλισμού στο φιλμ. Η πρόσληψη απ’ την άλλη του George Marshall ως σκηνοθέτη(όπως και η επιλογή των Dana AndrewsJeanne Crain), μαρτυρούσε ίσως και κάποιες σκέψεις για απήχηση εκτός Βρετανικών συνόρων. Άλλωστε και το σενάριο του Sam Marx προσέφερε γερές δόσεις αγωνίας και μυστηρίου, κάνοντας σαφώς πιο πολυδιάστατο το εγχείρημα. Στις λεπτομέρειες τελικά κρίθηκε η επιτυχία για το “Duel in the jungle”, που έπεσε πάνω είναι αλήθεια σε μια φουρνιά πολύ δυνατών, παρόμοιων παραγωγών(και πιο πολυδάπανων από το budget των μόλις 300.000 λιρών Αγγλίας του). Και μιλάμε για “King Solomon’s mines”(1950), “The African queen”(1951), “The snow of Kilimanjaro”(1952), “Mogambo”(1953), “Tanganyika”(1954) και, πλήθος άλλων(συν τα φιλμ του Ταρζάν του ’50).

Κατά τα άλλα, ο Άντριους είναι εξαιρετικός στον ρόλο του ντετέκτιβ ασφαλιστικής εταιρείας, δυναμικός και ερωτοχτυπημένος. Μια ερμηνεία κοντά στα δικά του υποκριτικά στάνταρ, αξιοπρεπέστατη. Άλλωστε τα είχε τα νουάρ(πολύ έμπειρος στο είδος), οπότε βγάζει μια αξιοθαύμαστη φυσικότητα. Εξίσου καλός κι ο Φάραρ(από τους πλέον πειστικούς “κακούς”). Είναι ο υποτιθέμενος νεκρός εκατομμυριούχος, που έπεσε από το κατάστρωμα ενός πλοίου κατά την διάρκεια καταιγίδας, αλλά που στην ουσία αναζητά διαμάντια και όχι μόνο. Όσο για την Κρέην(μνηστή του εξαφανισθέντα), είναι μέτρια. Λιγάκι έξω από τα νερά της, άνευρη και με κλισέ αντιδράσεις. Υπάρχουν στιγμές κινδύνουν που ο φόβος και ο πανικός της δεν πείθουν τον θεατή. Εδώ μάλλον υπέπεσε σε σφάλμα η παραγωγή.

https://en.wikipedia.org/wiki/Dana_Andrews

https://en.wikipedia.org/wiki/Jeanne_Crain

https://en.wikipedia.org/wiki/David_Farrar_(actor)

Ο Μάρσαλ, με μεγάλες στιγμές στην καριέρα του και, φιλμ όπως τα Destry Rides Again (1939), Pot o’ Gold (1941 – και τα δύο με τον Τζαίημς Στιούαρτ), The Blue Dahlia (1946 – φοβερό νουάρ με τον Άλαν Λάντ), The Perils of Pauline (1947), Never a Dull Moment (1950 – καταπληκτική κωμωδία με τον Φρεντ Μακ Μάρει), Scared Stiff (1953 – με το ασυναγώνιστο δίδυμο Ντην Μάρτιν & Τζέρι Λιούις), ήταν άκρως ενδεδειγμένη ως επιλογή. Και αναφέρομαι βέβαια στα φιλμ που έκανε πριν το “Duel in the jungle”, από τα οποία και τον επέλεξαν οι παραγωγοί. Γιατί μετά, γύρισε μεταξύ άλλων και τα Red Garters (1954), Destry (1954), The Guns of Fort Petticoat (1957), The Sheepman (1958), The Gazebo (1959). Μπαρουτοκαπνισμένος, με ιδιαίτερη εκτίμηση στα φιλμ περιπέτειας αλλά και τα γουέστερν, μπορεί να μην πρόσθεσε καινοτομίες στην τέχνη που υπηρέτησε, αποτέλεσε όμως μια από τις πλέον αξιόπιστες επιλογές σκηνοθέτη για πάνω από 30 χρόνια. Είχε δυνατότητες για περισσότερα, αρκέστηκε όμως στην εμπορική πλευρά του νομίσματος.

https://en.wikipedia.org/wiki/George_Marshall_(director)

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η πτώση στην φουρτουνιασμένη θάλασσα εν μέσω καταιγίδας, του  εκκεντρικού εκατομμυριούχου και λάτρη της περιπέτειας Πέρι Χέντερσον, προκαλεί αναστάτωση στα κεντρικά της ασφαλιστικής εταιρείας Ιντερνάσιοναλ. Ο λόγος, τα 2 εκατομμύρια δολάρια της αποζημίωσης, σε περίπτωση θανάτου. Το μυστήριο αναλαμβάνει να επιλύσει ο ντετέκτιβ της εταιρείας Σκότ Γουόλτερς, ακολουθώντας τα ίχνη του εκατομμυριούχου και της μνηστής του(την οποία ερωτεύεται βεβαίως), μέχρι την καρδιά της Αφρικάνικης ζούγκλας, σε μια πορεία γεμάτη θανάσιμους κινδύνους, ψέματα, έρωτα και κρυμμένα μυστικά…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Jungle heat»(1957)

Στις ταινίες ζούγκλας(αν και σαφώς αδόκιμος ο όρος), εντάσσεται και αυτή, χωρίς όμως και τα «παρελκόμενα»(άγρια ζώα, αιμοβόρες φυλές, καταρράκτες και τα συναφή). Υποβόσκει διαρκώς ένα εξωτικό ύφος, το οποίο βοηθάει τόσο η μουσική υπόκρουση, όσο και τα πολλά εξωτερικά πλάνα, όλα στην πανέμορφη Χαβάη της δεκαετίας του ’50. Την οποία από το 1959 οπότε και αποτέλεσε την 50η πολιτεία, οι Αμερικανοί διαφήμιζαν κατά κόρον ως τον πιο προσιτό τουριστικό προορισμό(μέχρι τότε την γνώριζαν όλοι για το Πέρλ Χάρμπορ και το χούλα χούπ), εντός συνόρων. Στα πλαίσια αυτής της καμπάνιας να το πούμε έτσι, γυρίστηκαν πολλά φιλμ, ντοκιμαντέρ και επεισόδια τηλεοπτικών σειρών, τα οποία και συνέστησαν επισκέπτες τις ομορφιές της Πολυνησίας. Το “Jungle heat”, για να επιστρέψουμε στα της ταινίας, δεν είναι ακριβώς ο τουριστικός οδηγός του νησιού, αφού δίνει μεγαλύτερο βάρος στην ίντριγκα και τα σενάρια πολεμικής κατασκοπείας, έχει όμως τις καλές, τροπικές του στιγμές.

Κατ’ αρχάς, η θεωρία συνωμοσίας στην οποία αναφέρεται είναι κάτι παραπάνω από αληθοφανής, καθώς οι Ιάπωνες είχαν βάλει στο μάτι την Χαβάη, όχι όμως για να πραγματοποιήσουν απόβαση(όπως αφήνεται να εννοηθεί στο φιλμ), αλλά για να καταστρέψουν τον Αμερικάνικο στόλο(κάτι που έστω και σε κάποιο βαθμό το πέτυχαν). Συνεπώς, το χρονικό σημείο στο οποίο διαδραματίζεται η αφήγηση, εμπεριέχει αρκετή ένταση. Μια ατμόσφαιρα μου μυρίζει μπαρούτι, υποψίες, αμφισβήτηση, ανθρώπινη εκμετάλλευση και κοινωνική αδικία, πλανάται πάνω από το καταπράσινο νησί του Ειρηνικού. Εκεί τοποθετεί ο σεναριογράφος Jameson Brewer τους ήρωες του, με την πλοκή να κυριαρχεί από κοινού με την δράση. Το φιλμ γυρίστηκε εξ ολοκλήρου στο Kauai και αδικείται από το γεγονός της μη ύπαρξης χρώματος(προφανώς για λόγους budget – τα συνήθιζε αυτά η Bel-Air Productions, γι’ αυτό και δεν μακροημέρευσε). Αλλιώς θα «έγραφαν» τα πλάνα του διευθυντή φωτογραφίας, William Margulies.

Λέγαμε πιο πάνω για την Bel-Air Productions. Μια ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής του σκηνοθέτη Howard W. Koch, που μεταξύ άλλων γύρισε και το “Jungle heat”. Ιδρύθηκε το 1953, για να χαθούν οριστικά τα λογότυπα της από το σελιλόιντ 5 χρόνια μετά. Δεξί χέρι του Koch ο έτερος σκηνοθέτης Reginald Le Borg. Το “Jungle heat” γυρίστηκε ταυτόχρονα(back to back το αποκαλούν οι Αμερικανοί), με το Voodoo Island(σκηνοθεσίας Le Borg). Με ένα σμπάρο δύο τρυγόνια, δηλαδή. Ξαμολήθηκαν οι δύο συνεργάτες στις παραλίες του νησιού και, σε χρόνο μηδέν, γύρισαν μια περιπέτεια και ένα θρίλερ. Και τα δύο φιλμ κατέληξαν στην United Artists, χωρίς ιδιαίτερα μεγάλη εισπρακτική επιτυχία. Τα budget τους κυμαίνονταν μεταξύ 150 – 250.000 δολαρίων. Όχι ότι με τα πολλά λεφτά κάνεις απαραίτητα και δουλειά, αλλά, όσο να’ ναι, βοηθούν λιγάκι. Ο Koch υπηρέτησε ως σκηνοθέτης τον καλτ κινηματογράφο, αλλά ως παραγωγός βρέθηκε στα πλατό καθαρά εμπορικών ταινιών! The Manchurian Candidate (1962), Robin and the 7 Hoods (1964), The Odd Couple (1968), κ.α.

https://en.wikipedia.org/wiki/Howard_W._Koch

Ακόμη ένα κοινό σημείο των δύο ταινιών, ο μουσικοσυνθέτης Les Baxter, που έπεσε θύμα κι αυτός με της λογικής «βρήκαμε παπά…» Παρ’ όλα αυτά, έγραψε καταπληκτικές μουσικές και στα δύο.  Ειδικά στο “Jungle heat”, η δουλειά του είναι σημείο αναφοράς στον exotic lounge ήχο. Από τα soundtrack που πρέπει να βρίσκονται σε κάθε δισκοθήκη φίλων αυτού του είδους. Πρωταγωνιστούν οι Lex Barker, Mari Blanchard, James Westerfield, Glenn Langan και, Miyoko Sasaki. Ο Barker ήταν το μεγάλο όνομα στο καστ, αλλά ο James Westerfield ήταν εκείνος που έκλεψε την παράσταση. Εξαιρετικός ρολίστας. Οι υπόλοιποι απλά υποδύονται. Από την Mari Blanchard περίμενα κάτι παραπάνω. Είναι φανερό ότι τόσο εκείνη όσο και ο Barker δείχνουν κάπως εκτός κλίματος. Ο δεύτερος, ένας ηθοποιός κυρίως για δυναμικούς ρόλους, μάλλον περιορίζεται μέσα στο κουστούμι του μαχητικού γιατρού. Πολύ ωραίο το τελευταίο πλάνο, με την ημερομηνία να σβήνεται από τα κύματα στην παραλία. Η ταινία δεν προβλήθηκε στην χώρα μας.

https://en.wikipedia.org/wiki/Les_Baxter

https://en.wikipedia.org/wiki/Lex_Barker

https://en.wikipedia.org/wiki/James_Westerfield

https://en.wikipedia.org/wiki/Mari_Blanchard

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένας έμπειρος στην διαχείριση εργασιακών κρίσεων, καταφθάνει με την σύζυγο του στην Χαβάη, προκειμένου να σταματήσει μια σειρά εξεγέρσεων των εργαζομένων στις φυτείες και στο εργοστάσιο επεξεργασίας ζαχαροκάλαμου. Το εύκολο θύμα, ο ηγέτης των εργαζομένων, γρήγορα θα οδηγήσει σε μια πολύ μεγαλύτερη σε συνέπειες υπόθεση, καλά κρυμμένη από τους κατασκόπους των Ιαπώνων, που σχεδιάζουν εισβολή. Ο δρ. Ράνσομ και ο ταγματάρχης Γκρέι, θα προσπαθήσουν με κάθε τρόπο να τους σταματήσουν…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Τόνκα»(Tonka – 1958)

Θαυμάσια ταινία του Lewis R. Foster για λογαριασμό της Ντίσνευ, με θέμα την μάχη στο Little Big Horn, μια αποφράδα ημέρα για τον νεοσύστατο στρατό της Ένωσης. Η ταινία δεν επικεντρώνεται αποκλειστικά σε αυτό το γεγονός, δίνοντας έτσι μια ακόμη άποψη σε ένα χιλιοειπωμένο θέμα, κάτι που θα την έκανε άλλωστε να ξεστρατίσει από τις αρχές της ίδιας της εταιρείας παραγωγής. Ο ήρωας της ήταν υπαρκτός και, σε αυτόν αναφέρεται. Πρόκειται για τον Tonka, ή Comanche, τον μοναδικό επιζώντα εκείνης της σφαγής, ένα περήφανο και δυνατό άλογο. Το “War Horse” που γύρισε δεκαετίες μετά ο Spielberg, έχει “πατήσει” σε μεγάλο βαθμό εδώ. Μια ακόμη μοναδική δημιουργία του θείου-Γουώλτ που δείχνει τον δρόμο για απλές παραγωγές, αληθινές και ανθρώπινες στιγμές.

Μια από τις πλέον αμφιλεγόμενες μορφές της στρατιωτικής ηγεσίας εκείνα τα χρόνια των ΗΠΑ, ο πολύς, αλαζόνας και αιμοδιψής, στρατηγός George Armstrong Custer, γνωστός ως Κιτρινομάλλης για τους ινδιάνους, οδήγησε τους άνδρες του σε μια σφαγή προσπαθώντας να ικανοποιήσει τις αχαλίνωτες του φιλοδοξίες και την ματαιοδοξία που τον διέκρινε. Πίστεψε ότι θα πιάσει στον ύπνο μια φυλή σαν τους Σιού και, η ιστορία κατέγραψε 268 νεκρούς, Αμερικανούς στρατιώτες και 55 τραυματίες. Αριθμοί που προέρχονται από την πλευρά των ηττημένων, οπότε υπάρχει μεγάλη δόση αμφισβήτησης τους, καθώς δεν θα ήθελαν(και ούτε θέλουν), να βγάλουν πραγματικούς αριθμούς στη φόρα. Αριθμούς που θα μεγάλωναν ενδεχομένως στα μάτια των πολιτών την αποτυχία. Επειδή όμως όλα αυτά είναι υποκειμενικά και, εναπόκειται στην κρίση του καθενός να βγάλει τα δικά του συμπεράσματα, θα σας παραπέμψω σε έναν σύνδεσμο της wikipedia. Τουλάχιστον θα μάθετε αρκετά από τα γεγονότα και μέρος των παρασκηνίων. Βέβαια, είπαμε, είναι γραμμένα εκ των υστέρων και μονόπλευρα…

https://en.wikipedia.org/wiki/Battle_of_the_Little_Bighorn

Ο Γουώλτ Ντίσνευ καταθέτει ναι μεν μια άποψη για τα γεγονότα, όμως δεν είναι η πρώτη φορά που παίρνει σαφώς το μέρος των ινδιάνων. Και, μάλιστα σε μια εποχή που γυρίζονταν αρκετά γουέστερν αφηγούμενα τα ίδιο θέμα και, τα οποία μυθοποιούσαν εκείνη την μάχη, χωρίς να αγγίζουν όμως τις αιτίες και τα σφάλματα. Ο Ντίσνευ κράτησε μια στάση, κάτι που γίνεται σαφές στο φιλμ του. Δεν ξέρω αν μπορεί να αποκαλέσει κανείς αυτή την στάση ως τόλμη, όμως σίγουρα τον τιμά το γεγονός ότι προσπάθησε να είναι όσο πιο αμερόληπτος γίνονταν. Κι αυτό οφείλουμε να του το αναγνωρίσουμε. Η σκηνοθετική επιμέλεια ανήκει στον Lewis R. Foster, που κι αυτός με τη σειρά του πιστώνεται την ισορροπία που επέφερε μεταξύ γλαφυρότητας και ρεαλισμού. Δεν παρέκλινε σε καμία περίπτωση από αυτές τις σκηνοθετικές γραμμές που τέθηκαν(ίσως και να επιβλήθηκαν μερικώς…), αποφεύγοντας έτσι την σκληρότητα παρόμοιων παραγωγών. Παρ’όλα αυτά, το φιλμ δεν στερείται δράσης. Κάθε άλλο. Έχει πολύ όμορφα γυρίσματα, είναι πλούσια παραγωγή και προσεγμένη στην λεπτομέρεια. Δείτε πιο κάτω συνοπτικά και το συνολικό του έργο, που δεν είναι διόλου ευκαταφρόνητο.

https://en.wikipedia.org/wiki/Lewis_R._Foster

Το φιλμ άντλησε υλικό από το βιβλίο Comanche: Story of America’s Most Heroic Horse, του συγγραφέα David Appel. Η αφήγηση του ήταν αυτή που ταίριαζε στην ταινία, όπως αποφάσισε ο ίδιος ο Ντίσνευ, γι’ αυτό και προτιμήθηκε. Άλλωστε ήταν μια από τις λίγες που επικεντρώνονταν στο άλογο και, όχι στην ίδια την μάχη. Ο σκηνοθέτης, ο συγγραφέας και, η Lillie Hayward, ανέλαβαν να προσαρμώσουν σεναριακά το βιβλίο. Η παραγωγή είναι του James C. Pratt, ο οποίος έκανε πολύ καλή δουλειά. Μουσική υπόκρουση Oliver Wallace, άριστη φωτογραφία από τον Loyal Griggs, με πανέμορφα κοντινά στους ηθοποιούς, τη φύση και, τις σκηνές μάχης. Πάμε και στο καστ. Sal Mineo, Philip Carey, Jerome Courtland, Rafael Campos, H.M. Wynant, Joy Page, Britt Lomond, Herbert Rudley, Sydney Smith, John War Eagle, Gregg Martel, Slim Pickens και Robert ‘Buzz’ Henry. Ο πιτσιρικάς εδώ Mineo είναι ο νεαρός ινδιάνος που αιχμαλωτίζει το ατίθασο άλογο και δένεται μαζί του, ο Carey υποδύεται τον έντιμο λοχαγό του ιππικού που γίνεται ο δεύτερος αφέντης του Τόνκα και, οι υπόλοιποι συμπληρώνουν με την παρουσία τους τα πλάνα. Εύφημος μνεία στον Pickens, που αν άφηνε ταινία γουέστερν, ειδικά της Ντίσνευ, χωρίς συμμετοχή εκείνα τα χρόνια, κάτι θα πάθαινε! Εδώ είναι μικρή η παρουσία του, αλλά μόνο και μόνο από την φωνή θα τον καταλάβετε! Το φιλμ τα πήγε περίφημα εισπρακτικά, φέρνοντας κέρδη της τάξεως των 2,5 εκατομμυρίων δολαρίων. Στην Ελλάδα ο τίτλος δεν διαμορφώθηκε, αλλά παραδόξως παρέμεινε ο ίδιος: Τόνκα.

https://en.wikipedia.org/wiki/Sal_Mineo

https://en.wikipedia.org/wiki/Philip_Carey

https://en.wikipedia.org/wiki/Slim_Pickens

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Ένα άγριο άλογο διαφορετικό από όλα τα άλλα, ξεχωρίζει στα μάτια του νεαρού ινδιάνου και, αποφασίζει να το κάνει δικό του με κάθε τίμημα. Καταφέρνει να το αιχμαλωτίσει και να το εκπαιδεύσει άριστα, βασιζόμενος σε δύο βασικά στοιχεία: την καλοσύνη και τον σεβασμό για το ζώο. Η αμοιβαία αυτή αγάπη που αναπτύσσεται, θα περάσει από τα χίλια κύμματα της ανθρώπινης κακίας. Μια γραμμή όπου το μίσος, η κακία, η ματαιοδοξία, ο φθόνος, ενώνονται μεταξύ τους και γίνονται ένα ακάνθινο χαλινάρι για τον λαιμό του περήφανου και πιστού ζώου. Υπάρχουν στιγμές που η λύτρωση μοιάζει να είναι ουτοπία και, για τους δύο φίλους. Χωρίζουν και ξανασμίγουν, για να βρεθούν τελικά στο πεδίο μιας παράλογης σφαγής, σε αντίπαλα στρατόπεδα. Όμως αυτά που τους ενώνουν δεν μπορεί να τα χωρίσει καμία λόγχη.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Toby Tyler»(1960)

Ακόμη μια οικογενειακή ταινία με το άγγιγμα του θείου-Γουώλτ, ξεχωριστή όπως όλες, με την κλασική και ευαίσθητη προσέγγιση της Walt Disney Productions(του κινηματογραφικού της τμήματος, Buena Vista Distribution). Αυτά τα φιλμ άφησαν εποχή. Έγιναν σημείο αναφοράς στο είδος αυτό των ταινιών. Από ένα σημείο κι έπειτα, κάπου στα μέσα της δεκαετίας του ’70, ούτε τα στούντιο της Ντίσνεϊ δεν μπόρεσαν να τις ξεπεράσουν αυτές τις παραγωγές, να τις εξελίξουν αν προτιμάτε, συνεχίζοντας το έργο του ιδρυτή της εταιρείας. Μοιραία, δίχως όραμα και καθοδήγηση, έχασαν κάτι από την έμπνευση των χαρισματικών εκείνων ταινιών, μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα κοινωνικών αλλαγών(με άμεσες επιρροές και στις τέχνες).  Το “Toby Tyler” είναι ένα ταξίδι με το νου στον μαγικό για τα παιδιά(κάθε ηλικίας), κόσμο του τσίρκου και, μια ελεύθερη μεταφορά συγχρόνως, του Όλιβερ Τουίστ, από την πένα του συγγραφέα James Otis Kaler. Εξαιρετικό φιλμ.

Ο Kaler αφιέρωσε ολόκληρο σχεδόν το έργο στην παιδική λογοτεχνία. Γνωστότερος σαν James Otis(έτσι υπέγραφε τα βιβλία του), ξεκίνησε ως δημοσιογράφος, καλύπτοντας αρχικά για λογαριασμό εφημερίδων τον Αμερικάνικο εμφύλιο. Το “Toby Tyler” το έγραψε το 1880 και, ως ένα σημείο, μπορεί να θεωρηθεί αυτοβιογραφικό, αφού κι ο ίδιος είχε δουλέψει στο τσίρκο μικρός. Συνεπώς γνώριζε εκ των έσω τον κόσμο των περιπλανώμενων θιάσων. Ο 11χρονος ήρωας του βιβλίου γνώρισε δύο ακόμη περιπέτειες, εκδοτικά πάντα. Τα Mr. Stubbs’ Brother (1882), και, Old Ben, The Friend of Toby Tyler and Mr Stubb’s Brother (1911). Σημαντικό ρόλο στην ενασχόληση του με τα παιδικά διηγήματα, έπαιξε και η εργασία του ως επιθεωρητής μέσης εκπαίδευσης γι αρκετά χρόνια. Άφησε του πολύ σπουδαίο έργο. Δεκάδες διηγήματα, νουβέλες, βιβλία και, συλλογές. Ήταν πολυγραφότατος, χρησιμοποιώντας και ψευδώνυμα, όπως Harry Prentice, ή Lt. James K. Orton. Ουσιαστικά ο Γουώλτ Ντίσνεϊ απέτισε φόρο τιμής σε αυτόν τον σπουδαίο παραμυθά των εποχών του.

https://en.wikipedia.org/wiki/James_Otis_Kaler

Δύο μόνιμοι σχεδόν συνεργάτες της Ντίσνεϊ, οι Lillie Hayward και, Bill Walsh, ανέλαβαν την προσαρμογή του σεναρίου. Η σκηνοθεσία ήταν του Charles Barton και, η παραγωγή του Bill Walsh. Ο Barton(το έχει το όνομα φαίνεται, καθώς ένας άλλος Burton, ο Tim, χαράζει χρόνια τώρα νέους δρόμους, πέρα από τα σύνορα της παιδικής φαντασίας), είχε ασχοληθεί αρχικά με τα γουέστερν, όμως γρήγορα πέρασε στον χώρο της κωμωδίας και των οικογενειακών ταινιών. Έγινε διάσημος για τις σειρές ταινιών Abbott & Costello και, Ma & Pa Kettle. Η φιλμογραφία του είναι από αυτές που χαρακτηρίζουμε ατελείωτες. Τι να πρωτοαναφέρω; “Thunder trail”(1937), “Babies for sale”(1940), “Honolulu Lu”(1941), “Hey rookie”(1944), “Louisiana hayride”(1944), “Africa Screams”(1949), “Th Milkman”(1950). Ο κατάλογος είναι πολύ μεγάλος. Όπως μεγάλη ήταν και η συνεισφορά του στην τηλεόραση. Οι πιο γνωστές σειρές των οποίων σκηνοθέτησε επεισόδια, είναι τα “Zorro”(1958 – 1959), “The Real McCoys”(1960 – 1961), “Dennis the menace”(1963), και, φυσικά, “Disneyland”(1959 – 1964). Για λογαριασμό της Ντίσνεϊ σκηνοθέτησε και το The Shaggy Dog(1959). Ο Walsh από την άλλη, έγραψε τα σενάρια και έκανε την παραγωγή σε μερικές από τις πιο επιτυχημένες ταινίες της Ντίσνεϋ στην δεκαετία του ’60 και του ‘70.  The Absent-Minded Professor, Son of Flubber, Mary Poppins, That Darn Cat!, Lt. Robin Crusoe, U.S.N., The Love Bug, Bedknobs and Broomsticks, Herbie Rides Again και, One of Our Dinosaurs Is Missing. Σε κάθε παρουσίαση ταινίας της εταιρείας που έφτιαξε ο θείος-Γουώλτ, παρατηρούμε αυτό το «δέσιμο» μεταξύ συντελεστών. Όλοι τους με μακρόχρονη συνύπαρξη και συνεργασία. Κι αυτή η χημεία βγαίνει στις δουλειές τους, είναι μέρος εκείνης της σινέ-μαγείας της Ντίσνεϊ.

http://www.imdb.com/name/nm0059106/?ref_=tt_ov_dr

https://en.wikipedia.org/wiki/Bill_Walsh_(producer)

Στην φαντασμαγορική αυτή παραγωγή, πρωταγωνιστής είναι ο κόσμος του τσίρκου. Εμφανίζονται σπουδαίοι καλλιτέχνες και ακροβάτες της δεκαετίας του ’60, αλλά και σημαντικοί καρατερίστες, όπως οι Babs Graham, Del Graham(διάσημο ζεύγος ακροβατών), Dave Knupp, Henry Calvin( ο αγαθός γίγαντας που αναλαμβάνει να προστατεύσει τον 11χρονο φυγά και να του μάθει να ζει και να εργάζεται στο τσίρκο. Έγινε γνωστός για την συμμετοχή του στο τηλεοπτικό “Zorro”, στον ρόλο του χοντρούλη λοχία Γκαρσία), Gene Sheldon(ο συνταγματάρχης ιδιοκτήτης του τσίρκου), Richard Eastham( ο δειλός και πανούργος κ. Τόπερ που καταδυναστεύει τον μικρό και του κλέβει τα φιλοδωρήματα), Gene Sheldon(ο καλοκάγαθος κλόουν) και, φυσικά, ένα ακόμη παιδί-θαύμα, ανακάλυψη του θείου-Γουώλτ, ο Kevin Corcoran(Τόμπι Τάιλερ). Έχουμε μιλήσει πολλές φορές ήδη για τον μικρό Corcoran. Έκανε πολλές ταινίες για την Ντίσνεϊ. Τις παραθέτω πιο κάτω.

Old Yeller (1957)

The Shaggy Dog (1959)

The Rabbit Trap (1959)

Pollyanna (1960)

Swiss Family Robinson (1960)

Daniel Boone (1960 – στην τηλεοπτική μίνι σειρά)

Toby Tyler (1960)

Babes in Toyland (1961)

Bon Voyage! (1962)

Savage Sam (1963)

A Tiger Walks (1964)

https://en.wikipedia.org/wiki/Kevin_Corcoran

https://en.wikipedia.org/wiki/Bob_Sweeney_(actor_and_director)

https://en.wikipedia.org/wiki/Gene_Sheldon

https://en.wikipedia.org/wiki/Henry_Calvin

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Eastham

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο μικρός Τόμπι ζει στην φάρμα των θετών του γονιών, βοηθώντας τους να ανταπεξέλθουν στις δύσκολες οικονομικές καταστάσεις που αντιμετωπίζουν. Η σύγκρουση του με τον θείο του Ντάνιελ, θα τον οδηγήσει στην φυγή, σε μια πράξη παιδικού αυθορμητισμού και απογοήτευσης. Το περιοδεύον τσίρκο που παρελαύνει από το χωριό του, φαντάζει ως ιδανική στέγη για να στεγάσει τα όνειρα του. Με στόχο να συγκεντρώσει αρκετά χρήματα για να βοηθήσει τους δικούς του και να αποδείξει ότι είναι ικανός να κάνει πράγματα, θα μπλέξει σε μια σειρά περιπετειών ενηλικίωσης και συναισθηματικής ωρίμανσης. Μέσα από αυτά, θα κάνει φίλους, θα αποκτήσει πολύτιμες εμπειρίες, αλλά πάνω από όλα, θα μάθει να εκτιμάει και να αξιολογεί την ίδια την ζωή. Συνοδοιπόροι του σε αυτό το ταξίδι στην γνώση, ο καλοκάγαθος γίγαντας Μπέν, ο Σαμ, ένας κλόουν με χρυσή καρδιά και, ο άτακτος κ. Στάμπς, ένας χιμπατζής αλλιώτικος από τους άλλους…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«The painted hills»(1951)

Ωραία οικογενειακή ταινία, από την εποχή που τα μεγάλα στούντιο επένδυαν σε αυτό το είδος. Ηρωίδα το γνωστό σε μικρούς και μεγάλους κόλευ Λάσυ, μεγάλος σταρ αυτών των ταινιών με πολλούς φίλους σε κάθε γωνιά του πλανήτη. Την δεκαετία του`50 ήταν ένα από τα μεγαλύτερα κίνητρα των μικρών θεατών για να φθάσουν μέχρι τις αίθουσες, αφού ήδη στις μικρές, τηλεοπτικές οθόνες ήταν ένα από τα δημοφιλέστερα σόου. Η συγκεκριμένη ταινία είναι από εκείνες που μας φέρνουν έντονα στο νου τις προβολές της κρατικής τηλεόρασης στη χώρα μας, στις αρχές της δεκαετίας του`70.

Ο σκηνοθέτης Harold F. Kress στηρίζεται όπως και όλοι οι συνάδελφοι του που γύρισαν φιλμ της Lassie, σε μια νουβέλα. Αυτή την φορά ήταν το βιβλίο του Alexander Hull, που συνέχισε την παράδοση των περιπετειών της διάσημης σκυλίτσας. Το σενάριο επιμελήθηκε ο True Boardman, δίνοντας με απλή γραφή το ύφος του βιβλίου, χωρίς πολύπλοκους διαλόγους, ή βαρετές σκηνές. Όλα γίνονται γρήγορα, αλλά τα μηνύματα που πρέπει να περάσουν προς τα έξω παραμένουν στο απόλυτο. Οι δεσμοί φιλίας, η αυταπάρνηση και η αυτοθυσία, η αγνή αφοσίωση ενός ζώου στον κύριο του, η καταστροφή του πνεύματος και ο τρόπος που θολώνει το μυαλό η λάμψη του εφήμερου και των επίγειων αγαθών. Μαθήματα ζωής πάνω στις αξίες και τα ιδανικά, με φόντο αρνητικά παραδείγματα που μπορούν να αποδειχθούν ολέθρια και να προκαλέσουν πόνο και ντροπή.

Στα μαγικά πλάνα των Alfred Gilks και Harold Lipstein, με τα χιονισμένα βουνά και τις μικρές ξύλινες καλύβες, η φαντασία των παιδιών αφήνεται ελεύθερη να ταξιδέψει και να εξερευνήσει τις δυνατότητες και τα όρια της. Μέσα από μια τόσο απλοϊκή αφήγηση, που στις μέρες μας φαντάζει πολύ μακρινή για να προκαλέσει το βλέμμα κάποιων, ψυχαγωγούνται και διαπαιδαγωγούνται από την τέχνη που είχε αυτή την δυνατότητα να τα συνδυάσει και τα δύο κάποτε. Που μπορούσε να ξεχωρίζει τους θεατές ηλικιακά και να προσφέρει στον καθένα διαφορετικές προτάσεις και εμπειρίες. Να πούμε ότι η μουσική είναι του Daniele Amfitheatrof και το υπέροχο μοντάζ του Newell B. Willis(προσέξτε την μίξη της εικόνας όταν ο μικρός Τόμι βλέπει το χιόνι να πέφτει έξω από το παράθυρο).

Η ταινία γυρίστηκε από τα στούντιο της Metro-Goldwyn-Mayer, σε μια προσεγμένη παραγωγή των Kenneth Bennett και Chester M. Franklin με πολλά εξωτερικά γυρίσματα. Το “The painted hills” ήταν το έβδομο και τελευταίο φιλμ που γυρίστηκε με πρωταγωνιστή την «Lassie«. Ακολούθησαν κάποιες ακόμη προσπάθειες μεταφοράς των ιστοριών της, από την δεκαετία του`80 και έπειτα, χωρίς καμία τύχη και δίχως την δύναμη και την αλήθεια των πρώτων αυτών παραγωγών. Ήταν η πλέον σπάνια όλων να βρεθεί, καθώς δεν κυκλοφόρησε ποτέ ούτε σε vhs, ούτε και σε dvd, τουλάχιστον σε εμάς. Από την στιγμή όμως που απελευθερώθηκε από τα πνευματικά δικαιώματα, μπορεί πλέον να βρεθεί σε on line public domain ιστότοπους. Στους κεντρικούς ρόλους οι Pal(Λάσυ), Paul Kelly, Bruce Cowling, Gary Gray, Ann Doran και Art Smith. Διαβάστε και το βιογραφικό της Pal πιο κάτω.

http://en.wikipedia.org/wiki/Pal_%28dog_actor%29

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο μικρός Τόμι έχοντας χάσει πρόσφατα τον πατέρα του, μπλέκει σε μια περιπέτεια συντροφιά με τον γέρο-χρυσοθήρα Τζόναθαν και την σκυλίτσα Σεπ, στα χιονισμένα βουνά τις ημέρες των Χριστουγέννων.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

Καλοκαιρινές διακοπές!

Αγαπητοί, ταινιομάχοι, μετά από 24 μήνες συνεχόμενης παρουσίας, η κινηματογραφική συχνότητα του Cine Oasis θα κάνει ένα διάλειμμα 2 μηνών(ή 8 εβδομάδων αν προτιμάτε), για να πάρουμε μια ανάσα δροσιάς και να επιστρέψουμε δριμύτεροι, με ακόμη περισσότερες παρουσιάσεις ταινιών που αξίζει να θυμηθούμε.

Να είστε όλοι καλά και να περνάτε ανάλογα! Ραντεβού στις 5 Σεπτεμβρίου!

«The vampire»(1957)

Sci fi εκδοχή ενός κλασικού θέματος ταινιών τρόμου, επιστημονικά διαταραγμένη και μεταλλαγμένη όμως σε τέτοιο βαθμό, ώστε να λανσάρει εκ νέου τον μύθο του δημοφιλούς κινηματογραφικού βαμπίρ αποφεύγοντας επιδέξια τους σκοπέλους του τετριμμένου. Επανασυστήνει τον δράκουλα καθιστώντας τον δέσμιο της επιστημονικής του ματαιοδοξίας, σε ένα προφίλ θύματος περισσότερο, παρά θύτη. Από τα καλύτερα low budget sci fi των ’50ς δίχως αμφιβολία, με πρωτότυπο σενάριο, που στην πορεία αποδείχτηκε άκρως επιδραστικό. Το συστήνω ανεπιφύλακτα στους φίλους του είδους. Στην σχετική μονάδα αξιολόγησης(καλτο-sci-fi-μετρο), πλησιάζει επικίνδυνα το 10!

Φαντάζομαι ότι πολλοί θεατές(και το ’57 και στις μέρες μας), παρασύρθηκαν από τον τίτλο και επένδυσαν τον χρόνο τους, θεωρώντας πως έχουν να κάνουν με μια ακόμη ταινία περί βαμπίρ και βρικολάκων. Η αλήθεια είναι ότι το “The Vampire” λειτουργεί σαφώς παραπλανητικά ως τίτλος. Στην πορεία φυσικά, καθώς τα πλάνα διαδέχονται το ένα το άλλο με συνδετικό κρίκο την εξαιρετικά ατμοσφαιρική μουσική, η ταινία κερδίζει πόντους ευρηματικότητας αν μη τι άλλο. Έξυπνη η διασκευή του παραδοσιακού θέματος, μπολιασμένη με τεχνολογικές παρενέργειες εργαστηριακού τύπου. Κάτι ανάλογο είχε συμβεί και ένα χρόνο νωρίτερα με το The Werewolf, αν και εκεί μπαίνουμε στα sci fi χωράφια της Columbia Pictures. Η United Artists είχε μια διαφορετική, καλτ αποχρώσεων του ασπρόμαυρου προσέγγιση, στον σινε tech fear. Γύρισε το “The Vampire” στα περίφημα στούντιο του Hal Roach στην Καλιφόρνια τον Δεκέμβριου του ’56, με μόλις 115.000 δολάρια, τα οποία και έβγαλε εις τριπλούν στα ταμεία. Την παραγωγή ανέλαβαν οι Arthur Gardner και, Jules V. Levy(μαζί με τον Arnold Laven είχαν την ανεξάρτητη εταιρεία παραγωγής Levy-Gardner-Laven, που μεταξύ άλλων υπέγραψε και τις επιτυχίες του John Wayne, McQ και, Brannigan). Τέλειος συνδυασμός σασπένς και μυστηρίου από τον Gerald Fried, που έκανε θαυμάσια δουλειά με τις μουσικές του. Εξαιρετικός μουσικοσυνθέτης, με soundtrack στο ενεργητικό του όπως τα Killer’s Kiss (1955, του Κιούμπρικ), I Bury the Living (1958), Timbuktu (1959, του Τουρνιέ), The Cabinet of Caligari (1962) κ.α. Στα 300 φιλμ σταμάτησε η δημιουργικότητα του. Όσο για τις τηλεοπτικές σειρές που έντυσε ηχητικά, να παραθέσουμε μερικές: Gunsmoke, Gilligan’s Island, The Man from U.N.C.L.E., Star Trek, Mission: Impossible, The Flying Nun, Lost in Space, Mannix, Police Woman, Roots, Dynasty, και μερικες εκατοντάδες ακόμη! Ψιλοπράγματα δηλαδή.

https://en.wikipedia.org/wiki/Gerald_Fried

Προς μεγάλη μου έκπληξη διαπιστώνω ότι η Metro-Goldwyn-Mayer(έχει εδώ και χρόνια τα δικαιώματα της United Artists), στηρίζει αυτά τα b movies του ’50, με τις επανακυκλοφορίες της. Το 2007 έριξε στην αγορά το “The Vampire” σε double feature dvd, μαζί με το The Return of Dracula. Προτιμήστε όμως οι ενδιαφερόμενοι το bluray της Scream Factory, που κυκλοφόρησε μόλις τον Απρίλη του 2017. Τα αντίτυπα δεν είναι πολλά, αλλά με μια επίσκεψη διαδικτυακή στις ιστοσελίδες των πιο πάνω εταιρειών, έχετε ελπίδες να εμπλουτίσετε την ταινιοθήκη σας. Στην χώρα μας ούτε λόγος. Το φιλμ ούτε προβλήθηκε, ούτε και κυκλοφόρησε σε κάποιο φορμάτ προς πώληση. Να δω τι θα κάνουν οι Ελληνικές εταιρείες διανομής, αν παρθεί η απόφαση των στούντιο να κυκλοφορούν bluray και με Ελληνικούς υπότιτλους, στο εξωτερικό… Δύο λόγια και για το καστ. John Beal(ο άτακτος γιατρός της επαρχιακής πόλης που μεταμορφώνεται σε τέρας), Coleen Gray(η πάντα πρόθυμη και φιλότιμη βοηθός του), Kenneth Tobey(ο σερίφης της πόλης), Lydia Reed(η μικρούλα κόρη του γιατρού),  Dabbs Greer(ο πανεπιστημιακός του φίλος, με πλήρη άγνοια κινδύνου…).

Μπορεί τα ονόματα να μην σας λένε και πολλά, όμως αποκλείεται να μην έχετε ξαναδεί τις φάτσες τους. Η Ρίντ έπαιξε και στα φοβερά νουάρ Kansas City Confidential (1952), Johnny Rocco (1958). Ο Τόμπι είχε την πιο επιτυχημένη καριέρα από όλους, με συμμετοχές σε φιλμ όπως τα Davy Crockett, King of the Wild Frontier (1955), The Man in the Grey Flannel Suit (1956), Gunfight at the O.K. Corral (1957), και, The Candidate (1972). Αντίστοιχα σπουδαία σταδιοδρομία αλλά τηλεοπτική, για τον Γκρίρ. Και που δεν έπαιξε! Τα πάνε όλοι πολύ καλά. Δεν αναζητούμε ψήγματα σπάνιου υποκριτικού ταλέντου σε αυτά τα φιλμ, αλλά πειστικές ερμηνείες και ωραίες σκηνές. Και, το φιλμ διαθέτει κι από τα δύο. Όπως και τον Paul Landres στην σκηνοθετική καρέκλα, που γύρισε άλλα δύο υπέροχα sci fi, τα The Flame Barrier (1958) και, The Return of Dracula (1958). Πολύ καλά τα οπτικά εφέ για την εποχή και ακόμη πιο έξοχες οι γκριμάτσες των ηθοποιών στις σκηνές φόβου!

https://en.wikipedia.org/wiki/John_Beal_(actor)

https://en.wikipedia.org/wiki/Kenneth_Tobey

https://en.wikipedia.org/wiki/Dabbs_Greer

https://en.wikipedia.org/wiki/Coleen_Gray

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Καρπός ενός αποτυχημένου πειράματος, το χάπι για τον έλεγχο των πρωτόγονων ζωωδών ενστίκτων, που ξυπνούν μέσω της εγκεφαλικής παλινδρόμησης, οδηγεί σε μια φρικιαστική παραμόρφωση τους χρήστες του. Ένα ακόμη εφιαλτικό τεχνολογικό σενάριο, έρχεται για να σπείρει τον τρόμο στην μικρή, επαρχιακή πόλη. Τα ήρεμα βράδια κρύβουν απεχθή εγκλήματα και, το κοιμητήριο πτώματα…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Ο άνθρωπος δυναμίτης»(Fools parade – 1971)

Υποτιμημένη αλλά εξαιρετική ταινία, κοντά στο ύφος του “Emperor of North Pole”(το οποίο γυρίστηκε δύο χρόνια μετά), με έναν θαυμάσιο Τζίμι Στιούαρτ να δίνει ξανά ρεσιτάλ υποκριτικής. Μια πικρόχολη ματιά στην Αμερική της δεκαετίας του ’30, στα χρόνια των άστεγων, της κοινωνικής αδικίας, της ολοκληρωτικής διαφθοράς σε κάθε επίπεδο, με πλήθος συμβολισμών και μηνυμάτων. Δεν είναι ένα απλό φιλμ δράσης(παρότι πολλές κινηματογραφικές βάσεις δεδομένων το κατατάσσουν στην κατηγορία comedy/drama), αλλά ένα δριμύτατο σκηνοθετικό κατηγορώ απέναντι στο σαθρό σύστημα δικαιοσύνης και τις χαμένες ανθρώπινες ψυχές, που καταπίνει ο βάλτος του. Ο Andrew V. McLaglen έκανε καταπληκτική δουλειά στην σκηνοθεσία, παίρνοντας το μάξιμουμ των ηθοποιών του, όμως τα εύσημα ανήκουν και στο εξαιρετικό ομώνυμο βιβλίο του Davis Grubb(σε ελεύθερη απόδοση: “Fool’s parade” – «Ψευδαίσθηση»), που δεν χαρίζεται σε τίποτα και κανέναν.

Το φιλμ είναι γνωστό και με τον τίτλο: “Dynamite man from Glory Jail”, ο οποίος προφανώς και ενέπνευσε τον Έλληνα μεταφραστή, να το ονομάσει «Ο άνθρωπος – δυναμίτης». Ο συγγραφέας Davis Grubb έγραψε 10 συνολικά βιβλία(συν τρείς συλλογές διηγημάτων), όμως είδε 3 από αυτά να μεταφέρονται στην μεγάλη οθόνη. Πρόκειται για τα The Night of the Hunter (1953), Fools’ Parade (1969), και, The Barefoot Man (1971). Αρκετές από τις ιστορίες που περιέλαβε στις συλλογές του, αξιοποιήθηκαν και τηλεοπτικά από τους Alfred Hitchcock και, Rod Serling, στην σειρά Night Gallery. Να πούμε ακόμη, ότι ο Grubb είχε άλλες καλλιτεχνικές ανησυχίες αρχικά(ζωγραφική), όμως η αχρωματοψία τον οδήγησε στην συγγραφή.

https://en.wikipedia.org/wiki/Davis_Grubb

Ο Andrew V. McLaglen έκανε επί το πλείστον ταινίες δράσης, με αρκετές από αυτές να γίνονται μεγάλες εισπρακτικές επιτυχίες. Το “Fool’s parade” ήταν το μοναδικό φιλμ στο οποίο κατέθεσε άποψη και, μάλιστα πολιτική. Την θεωρώ ως την πιο ολοκληρωμένη ταινία του, από κάθε άποψη. Είναι και η μόνη που φλερτάρει τόσο έντονα με το δράμα και τις τραγικές προεκτάσεις του. Από τα γουέστερν του, τα πιο γνωστά σε όλους είναι τα McLintock!(1963), Shenandoah (1965), The Rare Breed (1966),  The Way West (1967), Bandolero! (1968), Chisum(1970), Cahill U.S. Marshal(1973), και, The Last Hard Men (1976). Γύρισε τρείς ταινίες με τον Στιούαρτ(Shenandoah – Rare Breed – Fool’s parade), και, τρείς με τον Γουέην(McLintock – Chisum – Cahill). Όπως επίσης και τρία εξαιρετικά πολεμικά φιλμ, The Wild Geese (1978), Breakthrough (1979), The Sea Wolves (1980). Στον MacLaglen πιστώνονται και τα sequel δύο σπουδαίων ταινιών, The Dirty Dozen: Next Mission(1985), και, Return from the River Kwai (1989). Γύρισε ακόμη 96 επεισόδια του Gunsmoke, 116 του Have Gun – Will Travel και, 6 του Rawhide.

https://en.wikipedia.org/wiki/Andrew_V._McLaglen

Εκτός του πρωταγωνιστή(James Stewart), από τον οποίο ούτως ή άλλως δεν περίμενε κανείς τίποτα λιγότερο ως ερμηνεία, αυτοί που εντυπωσιάζουν είναι δύο από τους δευτερο-ρολίστες, οι George Kennedy και Strother Martin. Είναι καταπληκτικοί στους ρόλους τους, που σημειωτέων, είναι ιδιαίτερα δύσκολοι. Ο Kennedy ενσαρκώνει τον άκρως διεφθαρμένο και διαταραγμένο ψυχικά, σκληρό δεσμοφύλακα, που χρηματίζεται δίχως τον παραμικρό ενδοιασμό, δολοφονεί με κυνισμό, κρυμμένος πίσω από έναν θρησκευτικό, υποκριτικό μανδύα(τις Κυριακές παραδίδει μαθήματα στο κατηχητικό). Όταν εστιάζει πάνω του ο φακός, διακρίνει κανείς τον ιδρώτα του άγχους και του φόβου, αλλά και την διαστροφή στο βλέμμα. Ο Kennedy διαχειρίζεται τα συναισθήματα του υποδειγματικά. Σπουδαίος ηθοποιός, που άξιζε μεγαλύτερης αποδοχής στην καριέρα του. Δικαιωματικά. Ο Martin από την άλλη, είναι εκείνο το διαρκώς φοβισμένο ανθρωπάκι, που σφιχταγκαλιάζει το σημειωματάριο του και ονειρεύεται να ανοίξει ένα εμπορικό κατάστημα. Γράφει συνέχεια τα προϊόντα που θα χρειαστεί, κάνει υπολογισμούς, ζει μέσα από αυτές τις μικρές σελίδες.

https://en.wikipedia.org/wiki/George_Kennedy

https://en.wikipedia.org/wiki/Strother_Martin

Στην παρέα έμπειρων ηθοποιών, προστίθενται και ο νεαρός τότε Kurt Russell, στον ρόλο ενός εκ των τριών αποφυλακισθέντων. Αν και δεν του δίνει το σενάριο ιδιαίτερη ελευθερία κινήσεων και πολλές προσωπικές στιγμές, εντούτοις υπάρχουν τουλάχιστον 2 σκηνές που φανερώνουν δείγματα μεγάλου ταλέντου. Θεωρώ ότι αδίκησε τον εαυτό του στην συνέχεια, καθώς με τις παραστάσεις που είχε στα πρώτα 5-6 χρόνια της καριέρας του, δίπλα σε ογκόλιθους υποκριτικής, δεν εκμεταλλεύτηκε τις εμπειρίες και τις ευκαιρίες που του δόθηκαν.  Απίστευτη απλά η Anne Baxter και αγνώριστη, στον ρόλο της πόρνης που αναπολεί τα περασμένα μεγαλεία και ζει σε ένα πλωτό σπίτι στο ποτάμι. Φοβερή ερμηνεία από την δύο φορές βραβευμένη με Όσκαρ ηθοποιό. Ο Τζίμι, όπως λέγαμε και πιο πάνω, αν και δεν είναι ακριβώς στο στοιχείο του βάσει ρόλου, παρ’ όλα αυτά είναι ο σπουδαίος εκείνος ηθοποιός που θαυμάσαμε. Ηγείται των τριών(τεσσάρων στην συνέχεια), φυγάδων. Θα αναγκαστεί να ζήσει ένα déjà vu, ικανό να αποβεί μοιραίο, ενώ θα έρθει αντιμέτωπος με τους ίδιους του τους φόβους και τα λάθη.

https://en.wikipedia.org/wiki/Kurt_Russell

https://en.wikipedia.org/wiki/Anne_Baxter

Ευρηματικό το πλάνο αμφισβήτησης και επικριτικού χλευασμού και, παράλληλα, απομυθοποίηση των αξιών πάνω στις οποίες στήθηκε ένα έθνος, όταν ο φακός ακολουθεί τον κυματισμό της σχισμένης αφίσας του Φρανκλίνου Ρούσβελτ, στις όχθες του ποταμού. Το ίδιο είχε προηγηθεί λίγα λεπτά πριν, όταν η μεθυσμένη πόρνη βάζει να παίζει στο γραμμόφωνο τον εθνικό ύμνο της χώρας της και, παρελαύνει με την Αμερικάνικη σημαία ανά χείρας… Δεν είναι οι μόνες αιχμές του σκηνοθέτη αυτές οι δύο. Έχει πολλές αντιπαραθέσεις αρρωστημένου πατριωτισμού και γύμνιας ιδανικών, εμβόλιμα στα 98 λεπτά της ταινίας, είτε με ατάκες, είτε αφήνοντας απλά την κάμερα να παίρνει τον ρόλο του αφηγητή.  Βάζει πολύ περισσότερο δυναμίτη, από ότι ο ζωσμένος με εκρηκτικά πρωταγωνιστής του, στα θεμέλια μιας κοινωνίας κοιμισμένης στο ατομικό συμφέρον, χωρίς ηθικούς φραγμούς και, με περίσσια υποκρισία. Βαθιά κοινωνική τομή, υπερβολικά ρεαλιστική, η δουλειά αυτή του Andrew V. McLaglen. Πολύ δυνατή ταινία, που αξίζει να βρίσκεται στην ταινιοθήκη κάθε σινεφίλ.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τρείς πρώην κατάδικοι των αγροτικών φυλακών του Γκλόρι, αποφυλακίζονται και αναγκάζονται από τον υπέρμετρα σκληρό δεσμοφύλακα, να επιβιβαστούν σε ένα τραίνο με προορισμό το Οχάιο, εκατοντάδες μίλια μακριά. Ένας εξ αυτών, ο Μάτι Άπλγιαρντ(με το γυάλινο μάτι), και, η επιταγή των 25.000 δολαρίων για τα 40 χρόνια εργασίας του στα ορυχεία της φυλακής, που κουβαλάει μαζί του, γίνεται το επίκεντρο μιας ανηλεής καταδίωξης, γεμάτη μίσος και πλεκτάνες. Ο διεφθαρμένος δεσμοφύλακας Κάνσιλ, μια διαταραγμένη ψυχικά φιγούρα, θα χρησιμοποιήσει κάθε αθέμιτο μέσο, προκειμένου να τους σκοτώσει και να πάρει την επιταγή…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018