«Το όνειρο του Ινδού»(«The rains of Ranchipur») – 1955

Δράμα μπολιασμένο με την γοητεία της Ανατολής από τον Jean Negulesco. Η Ινδία πάντα προσέλκυε τον θεατή, με την μαγεία της απλότητας και, τις παραδόσεις της. Το φολκλόρ στοιχείο, εμπλουτισμένο με τις λαμπερές παρουσίες στο καστ, αποτελεί το background του “The rains of Rancipur”, έτσι όπως μεταφέρθηκε στην μεγάλη οθόνη το 1955. Η ομώνυμη  νουβέλα πάνω στην οποία βασίστηκε η ταινία, γράφτηκε από τον βραβευμένο με Pulitzer, Louis Bromfield, Αυτή ήταν η δεύτερη μεταφορά του βιβλίου. Είχε προηγηθεί το The Rains Came του ’37, με τους Tyrone Power, Myrna Loy, George Brent, Brenda Joyce και, Nigel Bruce. Δύο ακόμη βιβλία του Bromfield μεταφέρθηκαν στο κινηματογραφικό πανί. Το Modern Hero(1934), και, το Mrs. Parkington(1944), με τους έξοχους  Greer Garson και, Walter Pidgeon.

Η διαφορά του από την πρώτη εκείνη απόπειρα του ’37, έγκειται στην σαφώς πιο αισθηματική προσέγγιση του Negulesco. Ο Clarence Brown είχε δώσει έμφαση περισσότερο στην Ινδία, με τις παραδόσεις και τα πάθη της, εστιάζοντας στα πρόσωπα του ως τραγικούς πρωταγωνιστές που βιώνουν έναν κατακλυσμό συναισθημάτων(αριστουργηματική η παραγωγή του μεγάλου Darryl F. Zanuck). Οι Tyrone Power και Myrna Loy υπηρέτησαν πιστά εκείνο το σενάριο, επαγγελματικά. Όταν έχεις όμως ηθοποιούς του διαμετρήματος ενός Richard Burton, ή ενός Michael Rennie, με τέτοια προσωπικότητα και βάθος ερμηνείας, είναι δύσκολο να τους επιβάλεις μια ανάλογη διεκπεραίωση ρόλου. Το ίδιο εξαιρετικές είναι και οι παρουσίες των Lana Turner, Fred MacMurray και, Joan Caulfield. Ο Mac Murray αποδεικνύει τις μεγάλες του υποκριτικές δυνατότητες, παίζοντας σε έναν ρόλο μακριά τόσο από τις κωμωδίες, όσο και από τα αστυνομικά νουάρ, είδη στα οποία αναλώθηκε επί σειρά δεκαετιών.

Η οπτική του έμπειρου Negulesco, καθώς και η επιλογή να μην στηριχτεί μόνον στην ούτως ή άλλως δραματοποιημένη υφή του σεναρίου, αλλά να επιχειρήσει την δημιουργία του ειδυλλίου που σταδιακά, μέσα από μια κλιμακούμενη ένταση παίρνει διαστάσεις και μορφές, για να προσαρμοστεί τελικά στην ωμή πραγματικότητα, είναι αυτό που βοηθάει το φιλμ να αποκτήσει ταυτότητα και, προσωπικότητα. Είναι μια διασκευή και, όχι μια ανούσια απόπειρα ερμηνείας των καταστάσεων, αποστασιοποιημένη και, βαρετή. Ο σκηνοθέτης είχε αξιοποιήσει με τον ίδιο περίπου τρόπο και το Lydia Bailey (1952). Εκεί είχε να κάνει με ένα υπόβαθρο κοινωνικών αναταραχών, που ανάβει το φυτίλι της εξέγερσης, ενώ παράλληλα οι πρωταγωνιστές του βιώνουν το δικό τους δράμα, πότε από κοινού και, πότε ο καθένας χωριστά. Εδώ, είναι η Ινδία των ελλειπέστατων υποδομών, κι ένας ταλαιπωρημένος λαός που υποτάσσεται στα στοιχεία της φύσης, και, στην απολυταρχική διακυβέρνηση. Οι πρωταγωνιστές του εκπροσωπούν και εδώ δύο διαφορετικούς κόσμους. Την Δύση και την Ανατολή. Οι συγκρίσεις θα σταθούν αναπόφευκτες, την ίδια στιγμή που ο ψυχισμός καθενός δείχνει αίρμαιο στις ορέξεις ενός βίαιου ανέμου, επιβεβλημένων και μη αλλαγών.

Ο καθρέφτης μέσα από τον οποίο αντικρίζει η μαχαράνι την επαρχία του Ραντσιπούρ, είναι αυτός μιας διαταραγμένης συναισθηματικής ισορροπίας, που κυλάει βασανιστικά αργά στο βάθος μιας κινούμενης άμμου εγωισμών. Αστάθεια, εσωστρέφεια, παρερμηνεία, αδυναμία, ψευδαίσθηση ισχύος. Μέσα στον μικρόκοσμο της αυτό, κυοφορείται μια ισοπέδωση της ελευθερίας. Η δογματική αντίληψη για “πνευματική και σωματική καθαρότητα”, την κάνει να φαντάζει σαν ένα μικρό κομμάτι ξύλου, που παρασσύρεται στα ορμητικά νερά ενός ποταμού αμφισβήτησης. Η Eugenie Leontovich υποδύεται αυτήν την Οιδιπόδεια, τραγική φιγούρα, μοναδικά. Είναι το κεντρικό πρόσωπο της ταινίας, ακόμη και στις σκηνές που δεν πρωταγωνιστεί. Τα τείχη που χτίζει γύρω από τον γιό της, αποτελούν πρόκληση για κάθε αμφισβητία. Στο τέλος, θα εγκλωβιστεί κι εκείνη μέσα τους, χαμένη, υπέρ-βολικά ασφαλής…

Το «Όνειρο του Ινδού», όπως προβλήθηκε στην χώρα μας, δεν απέφερε στα στούντιο της 20th Century Fox τα αναμενόμενα κέρδη, ειδικά αν αναλογιστεί κανείς τα 2,9 εκατομμύρια δολάρια του προϋπολογισμού. Οι εισπράξεις από τα εισιτήρια δεν ξεπέρασαν τα 2,6 εκ. δολάρια. Κι όλα αυτά, παρά την υποδειγματική δουλειά στην παραγωγή, από τον Frank Ross, όπως και τα ειδικά εφέ που για την εποχή τους ήταν κάτι παραπάνω από πειστικά και, εντυπωσιακά. Η μουσική του Hugo Friedhofer ήταν υπέροχη, όπως και η φωτογραφία τουMilton R. Krasner. Η ταινία του Negulesco καταφέρνει αρκετά ακόμη, από όσα ενδεχομένως της πιστώθηκαν. Παρά την αντίθετη άποψη μερίδας του τύπου, δεν κάνει το λάθος να ενταχθεί στο αποικιοκρατικό κλίμα παρόμοιων παραγωγών. Δεν αναβιώνει τα ταραγμένα εκείνα χρόνια της απελευθέρωσης από την Βρετανική κυριαρχία, ούτε και προσπαθεί να απονείμει κανενός είδους δικαιοσύνη. Και, κάτι ακόμη. Προσπερνάει ακόμη και το ethnic, oriental στοιχείο, για χάρη της αληθοφάνειας και του ρεαλισμού. Στο “The Rains of Rinchapur” δεν θα δείτε ούτε χωρούς και μεγαλοπρεπή παλάτια, ούτε σκηνές στην αγορά της πόλης, με μπαχαρικά, χρώμα και αρώματα.

Σε μια ξεχασμένη ακόμη και από την ίδια την Ινδία επαρχία, στο Ραντσιπούρ, θα συνατηθούν τα επτά πρόσωπα ενός δράματος. Επτά άνθρωποι, επτά διαφορετικές απόψεις για την ευτυχία, επτά διαφορετικές ερμηνείες της ζωής, εγκλωβισμένοι στα ορμητικά νερά των ποταμών, που γεμίζουν σταδιακά σταγόνες διαμαρτυρίας, μέχρι που ο χείμαρρος αυτός θα σπάσει κάθε φράγμα, ζητώντας έναν υγρό εξαγνισμό… Οι αξίες και τα ιδανικά, θα αποτελέσουν τις σανίδες σωτηρίας, για όσους θελήσουν να σωθούν…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Ο άσωτος υιός»(«The Prodigal») – 1955

Σπουδαία Βιβλική ταινία του Richard Thorpe, από την εποχή που οι Χολιγουντιανές παραγωγές είχαν λάμψη και, συνάρπαζαν, δίνοντας μια έξοχη κινηματογραφική οπτική, εστιάζοντας σε σημαντικά κεφάλαια των γραφών. Φαντασμαγορικά σκηνικά, πολυδάπανες παραγωγές, με χιλιάδες κομπάρσους και, πανέμορφα κουστούμια. Είναι αυτό που λείπει πλέον στις μέρες μας, όπου τα περισσότερα από αυτά είναι φτιαγμένα με λογισμικά υπολογιστών και, όχι στο χέρι… Εκεί έχει χαθεί η μαγεία του σινεμά.

Ο κινηματογράφος επένδυσε επί σειρά ετών στις ιστορικού τύπου ταινίες, αυτές που οι σινεφίλ ονομάζουν «σανδάλι & χλαμύδα». Στα χρόνια της δεκαετίας του ’50 γυρίστηκαν οι καλύτερες ταινίες τέτοιου είδους, οι περισσότερες από τις οποίες άφησαν εποχή.  Τα στούντιο της Τσινετσιτά ακολούθησαν κατά πόδας, με την Ιταλική εκδοχή, σαφώς πιο Ευρωπαϊκή από αυτή των Αμερικανών, όχι όμως και υποχρεωτικά τεκμηριωμένη. Θα έλεγα ότι παρέκλιναν από αρκετά ως πολύ, υφαίνοντας πάνω στους ήδη υπάρχοντες μύθους, με ένα τελικό αποτέλεσμα που ανάγεται περισσότερο στην σφαίρα ενός υπερβολικού μύθου. Άρεσαν κι αυτές όμως και, ακόμη αρέσουν στους φίλους του είδους. Έχουν μια γοητεία. Στα καθαρά θρησκευτικά θέματα τώρα, υπάρχουν πολλές ενστάσεις και, προστίθενται συνεχώς ακόμη περισσότερες. Η κυριότερη όλων έχει να κάνει με τα κεφάλαια και, την προέλευση αυτών. Η αλήθεια είναι ότι η Εβραϊκή κοινότητα του Χόλλυγουντ στήριξε αυτά τα φιλμ με εκατομμύρια δολάρια, επηρεάζοντας ως ένα βαθμό τουλάχιστον, τα σενάρια. Ας προσπεράσουμε την πολιτική χροιά όμως όλων αυτών, για να μιλήσουμε για το “The Prodigal”.

Ο Richard Thorpe που σκηνοθέτησε το φιλμ, αρέσκονταν ανέκαθεν στις ιστορικές ταινίες, στις βιογραφικές και, στις εξωτικές. Στην σπουδαία του καριέρα πιστώνονται μεταξύ άλλων τα  Tarzan Escapes (1936), On an Island with You (1948), Malaya (1949), The Great Caruso (1951), Carbine Williams (1952),  Ivanhoe (1952), The Prisoner of Zenda (1952), Knights of the Round Table (1953), The Adventures of Quentin Durward (1955), Killers of Kilimanjaro (1959), The Tartars (1961), αλλά και ένα από τα πιο δυσεύρετα πλέον στις μέρες φιλμ της Lassie, το Challenge to Lassie (1949). Πολύ πλούσιο βιογραφικό και αυτός, ιδανικός για να γυρίσει μια ταινία σαν το”The Prodigal”, ή «Ο άσωτος υιός», όπως προβλήθηκε στις Ελληνικές αίθουσες. Θα χαρακτήριζα τον Thorpe ως έναν άνθρωπο που έζησε έντονα την τέχνη την οποία υπηρέτησε, χωρίς πολλούς συμβιβασμούς, με ξεχωριστή ματιά, ο οποίος επικεντρώθηκε στο είδος που του ταίριαζε καλύτερα, μετά τους απαραίτητους πειραματισμούς βέβαια, κι από εκεί ελάχιστα παρέκλινε. Δεν ανήκει ούτε στην γενιά των πολιτικοποιημένων, ούτε εκείνων που εφήρμοσαν καινοτομίες. Ήταν όμως σημαντικός εκπρόσωπος του «οικογενειακού σινεμά», αυτού που έφερνε στις αίθουσες μικρούς και μεγάλους. Λείπει αυτό το στοιχείο πλέον, γιατί οι επιδιώξεις των στούντιο είναι πολύ διαφορετικές, αλλά και γιατί απουσιάζουν κυρίως οι σκηνοθέτες αυτής της φιλοσοφίας. Ο Thorpe, να το θυμίσουμε κι αυτό, απολύθηκε ενώ γυρίζονταν το περίφημο μιούζικαλ The Wizard of Oz, γιατί τόλμησε να δώσει στην Judy Garland να φορέσει μια ξανθιά περούκα!

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Thorpe

Το σενάριο που έγραψε ο Maurice Zimm βασίζεται πάνω σε μια απλή ιδέα ουσιαστικά. Πρόκειται για μια διασκευή της παραβολής του «ασώτου υιού», όχι όμως υπερβολικά δραματοποιημένη, ούτε και αποστασιοποιημένη εντελώς. Δεν είναι μια απλή αφήγηση, που στηρίζεται στα εντυπωσιακά σκηνικά και, στο πομπώδες ύφος της. Υπάρχει νόημα(νοήματα), πίσω από όλα αυτά, υπάρχει και υπόδειξη από τον σκηνοθέτη και τον σεναριογράφο, ηθικό δίδαγμα και, πολλά ακόμη. Η αλήθεια και οι επιλογές του καθενός, που άλλοτε την προσεγγίζουν και άλλοτε ξεμακραίνουν από αυτήν, η ανθρώπινη αλλοτρίωση, ο υλισμός, το εφήμερο, ο δύσκολος κι ο εύκολος δρόμος. Είναι όλα τους αναπόσπαστα τμήματα της ζωής καθενός, είτε τα βιώνει, είτε απλά τα παρακολουθεί να εξελίσσονται δίπλα του. Οι ευθύνες ανήκουν τόσο στον «πρωταγωνιστή», όσο και στον «θεατή», κάτι που θίγει η ταινία του Thorpe. Τα διλήμματα και οι πειρασμοί που συνυπάρχουν με τις αξίες, τις αγωνίες, τα σφάλματα, αποτελούν μέτρα στον δρόμο για την εσωτερική κάθαρση. Τι θυσιάζεις, τι αφήνεις πίσω σου, ο απώτερος σκοπός όλων, το ταξίδι στην ζωή, τα κέρδη και οι απώλειες. Ερωτήματα διαχρονικά. Μπορεί να περνούν οι αιώνες, όμως εκείνα θα συνεχίσουν να παραμένουν ως νομίσματα με δύο όψεις…

Η επιλογή της Lana Turner στον ρόλο της αρχιέρειας της θεάς Αστάρτης, Σαμάρα, αποδείχτηκε τελικά σωστή. Η Αμερικανίδα ηθοποιός μπήκε στο πετσί του ρόλου όπως λέμε, έβγαλε συναίσθημα και, το κυριότερο, δεν παρασύρθηκε στα κλισέ που απαιτούσαν παρόμοιοι ρόλοι. Η παρουσία της είναι αξιοπρεπής. Επιπλέον, προσθέτει λάμψη στο φιλμ του Thorp. Στον αντίποδα, ο Βρετανός Edmund Purdom, με τις Σεξπηρικές του ερμηνείες και, τις καθαρά θεατρικές καταβολές και σπουδές, δεν ήταν εκείνα τα χρόνια το «μεγάλο όνομα», αυτός που θα έδινε επιπλέον κίνητρα στον θεατή, ώστε να πάει να τον δει δίπλα στην Turner. Μετρημένη προσωπικότητα, ιδιαίτερα επιλεκτικός στις κινηματογραφικές δουλειές του, σοβαρός, αλλά και με εμπειρία σε αυτές τις ταινίες. Ένας λόγος που φαντάζομαι ότι μέτρησε πολύ στην διαδικασία του casting. Ένα βιογραφικό όπως και το δικό του, με δεύτερους ρόλους στα Julius Caesar (1953) και, The Egyptian (1954), δεν ήταν διόλου ευκαταφρόνητο. Μετά το Prodigal και την μεγάλη του επιτυχία, έπαιξε και στα The Cossacks (1960), Fury of the Pagans (1960), The Last of the Vikings (1960). Παρόλα αυτά δεν τυποποιήθηκε, γιατί γύρισε σελίδα γρήγορα και, συνέχισε με λιγότερο εμπορικά φιλμ. Τους δύο πρωταγωνιστές πλαισιώνουν δύο έξοχοι ρολίστες, οι Louis Calhern και, Joseph Wiseman, σε δύσκολους μάλιστα ρόλους. Ο Calhern στον ρόλο του αρχιερέα Ναχρίμπ και, ο Καναδός Wiseman σε αυτόν του μουγγού σκλάβου Άσαμ. Εξαιρετικοί και οι δύο.

https://en.wikipedia.org/wiki/Lana_Turner

https://en.wikipedia.org/wiki/Edmund_Purdom

https://en.wikipedia.org/wiki/Louis_Calhern

https://en.wikipedia.org/wiki/Joseph_Wiseman

Ο Bronislau Kaper φροντίζει με τις συνθέσεις του να δώσει επικό ύφος και, δραματικό συνάμα, να τονίσει τις αντιθέσεις και τους ενδοιασμούς, να φέρει τον θεατή πιο κοντά στην εσωτερικότητα και στην σημασία των στιγμών που περνούν μπροστά από τα μάτια του. Μαζί με το καταπληκτικό Green Mansions (1959), είναι οι δύο καλύτερες κατ’εμέ δουλειές του. Η MGM έβαλε στα ταμεία της 4 εκατομμύρια δολάρια, με μια ταινία που δεν φτιάχτηκε για να πλασαριστεί σε απονομές βραβείων, αλλά και από την οποία δεν υπήρχαν ιδιαίτερες απαιτήσεις.

Ο νεαρός Μιχαίας, παρασύρεται από την εκθαμβωτική σαρκική ομορφιά μιας ιέρειας παγανιστών, για χάρη της οποίας γυρίζει την πλάτη του στην οικογένεια, στα πιστεύω και την θρησκεία του. Αναζητεί τρόπο για να την κάνει δική του, με σύντροφο τον πιστό του υπηρέτη Άσαμ, του οποίου χάρισε την ελευθερία. Το ταξίδι από την Ιόππη στην Δαμασκό, θολώνει ακόμη περισσότερο την κρίση του, βουλιάζει στα θολά νερά των μουδιασμένων αισθήσεων, του πόθου, της ευδαιμονίας των εφήμερων στιγμών. Θα ζήσει όλη την πορεία από το ζενίθ ως το ναδίρ, μιας προσωπικής κατρακύλας αξιών, μέχρι να φτάσει η στιγμή των αποφάσεων, αυτών που θα τον οδηγήσουν στην λύτρωση…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018