«Επιχείρηση: ράλι σεξ» – Bikini Beach(1964)

Η surf υποκουλτούρα των ’60ς, με τα αγριεμένα rock’n’roll κύματα, τις πολυμορφικές, αταίριαστες παρέες και τα σεικ μέχρι τελικής πτώσεως(της χορεύτριας ή του μαγιό), επιστρέφει 53 χρόνια μετά, χωρίς να αποκλίνει στο ελάχιστο από το μανιφέστο της: έρωτας – μουσική – ταχύτητα – σερφ – χορός – πλήρης γελοιοποίηση κάθε κανόνα – ξήλωμα κάθε πυλώνα σοβαρότητας. Οι Αμερικανοί γύρισαν μπόλικες τέτοιες ταινίες από το ’61 – ’69. Στις περισσότερες πρωταγωνιστούσε το δίδυμο αυτής εδώ, Frankie AvalonAnnette Funicello. Γνώρισε τέτοια αποδοχή αυτό το είδος ταινιών, που πλέον έχει αποκτήσει το δικό του κεφάλαιο στο βιβλίο του Αμερικάνικου σινεμά, αυτό του beach party genre. Η μερίδα του λέοντος στα φιλμ αυτά ανήκει δικαωματικά στην American International Pictures (γνωστή ως AIP – γύρισε τα κορυφαία καλτ τρόμου της δεκαετίας του ’70 μεταξύ άλλων), που μόνο με το πιο πάνω πρωταγωνιστικό ντουέτο επένδυσε σε 7 ταινίες παρακαλώ. Δεν νοείται σινε καλοκαίρι χωρίς beach party ταινία! Επενδύστε ανεύθυνα!

Η American International Pictures με τους παραγωγούς Samuel Z. Arkoff και, James H. Nicholson και, τον σκηνοθέτη William Asher, έγραψαν ιστορία με τις νεανικές αυτές τους κωμωδίες. Κι αν δεν αποτέλεσαν τμήμα του ποιοτικού σινεμά των ’60ς, δεν συνέβη το ίδιο εισπρακτικά. Με budget τηλεοπτικών επεισοδίων(εκεί γύρω στα 500.000 δολάρια έκαστο), και σενάρια γραμμένα κατά την διάρκεια των γυρισμάτων, έφερναν απίστευτα κέρδη στα ταμεία. Το “Bikini Beach” έφερε μόνο στην Αμερική, την πρώτη εβδομάδα προβολής, 4,5 εκατομμύρια δολάρια! Είπατε τίποτα; Οι παμπόνηροι Arkoff και Asher(αλεπούδες των καλτ ταινιών), γνωρίζοντας εξ αρχής ότι δεν έχουν ελπίδες οι ταινίες τους ούτε καν να αφισοκολληθούν σε στέκια σινεφίλ(πόσο μάλλον να γραφτούν καλές κριτικές για εκείνες), τις προμοτάρησαν πανέξυπνα στο target group που είχαν βάλει στο μάτι, στους νέους της εποχής δηλαδή, διαφημίζοντας τον τρόπο διασκέδασης και, μέρος της φιλοσοφίας τους. Κίνηση ματ, από ότι αποδείχτηκε. Μπορεί να λούστηκαν χλευασμό από τις εταιρείες “σοβαρών παραγωγών”, αλλά τα μεροκάματα τους τα πληρώθηκαν και με το παραπάνω. Προσωπικά θεωρώ τα beach party φιλμ ως συνώνυμο των καλοκαιρινών προβολών, κεφάτα και πρωτότυπα. Στις 22 Ιουλίου του ’64 που προβλήθηκε το “Bikini Beach”, έβλεπα τον καλοκαιρινό ήλιο για 21η μέρα στη ζωή μου και, η εποχή που αναπλάθει το φιλμ δεν με πετυχαίνει ούτε καν στην παιδική ηλικία, αυτό όμως δεν με εμπόδισε να κατατάξω ψηλά στην σινε συνείδηση μου αυτή την κατηγορία ταινιών. Μη με ρωτήσετε το γιατί. Απλά μου βγάζουν ένα αυθορμητισμό και μια …χύμα αντίληψη πολύ γοητευτική. Σούπερ καλτ πνοή προσφέρουν οι συμμορίες των “Rats”(Αρουραίοι) κα των “Mices”(Ποντίκια), με τον α-π-ί-θ-α-ν-ο Harvey Lembeck, αμίμητο και αξεπέραστο(ενδεχομένως και αμετάφραστο, αφού οι ατάκες του συνιστούν ανεξερεύνητες πτυχές της Αμερικάνικης slang του ’60!), Έρικ Βον Ζίπερ, βασιλιά της αστρικής γκάφας!

Ο Harvey Lembeck(αρχισυμμορίτης για κλάματα) – δείτε τις σκηνές που παθαίνει… “δάχτυλο” και παγώνει μαζί με τον χρόνο και, θα καταλάβετε γιατί υπερθεμάτισα πιο πάνω – κλέβει από κοινού την παράσταση με έναν σπουδαίο Αμερικανό ηθοποιό, ο οποίος αποφάσισε να προσθέσει εμπειρίες και από κωμωδίες, τον Keenan Wynn(Χάρβει Χάντιγκτον Χάνιγουαγκον ο ΙΙΙ). Είναι κι αυτός καταπληκτικός. Οι παρουσίες – εκπλήξεις στην ταινία είναι πολλές. Φοβερός Don Rickles(στον ρόλο του γκουρού των αγώνων ατομικής επιτάχυνσης, γνωστός ως “Μεγάλος Σύρτης”). Οι γκριμάτσες του είναι από άλλο πλανήτη! Ο Jody McCrea, γιός του μεγάλου Joel McCrea, παίζει σε έναν μικρό, χαρακτηριστικό ρόλο, ενός νεαρού σερφερ. Αγνώριστη η Elizabeth Montgomery(διάσημη για το τηλεοπτικό Bewitched), υποδύεται την δυναμική σωματοφύλακα του “Πατατο-σκάθαρου”. Άνευ σχολίων οι παρεμβάσεις του Boris Karloff, ο οποίος διαρκώς προσπαθεί να αγοράσει τους πίνακες ζωγραφικής του “Μεγάλου Σύρτη” και, που κάποια στιγμή πετάει την ατάκα: “πρέπει να μιλήσω για αυτό το μαγαζί στον Βίνσεντ Πράις!” Πρώτη κινηματογραφική εμφάνιση του παιδιού – θαύμα της σόουλ μουσικής, του 15 μόλις ετών τότε Little Stevie Wonder, όπως και του συγκροτήματος σερφ των The Pyramids! To soundtrack της ταινίας είναι must. Περιέχει φοβερά κομμάτια. Μεταξύ αυτών και τα καινούργια τραγούδια των Frankie Avalon(παίζει σε διπλό ρόλο, αφού εκτός του νεαρού σέρφερ υποδύεται και τον Άγγλο σπασίκλα “Πατατο-σκάθαρο”) και, Annette Funicello. Ένα καστ για όλα τα γούστα, με άλλα λόγια. Η ταινία έπεσε θύμα δυστυχώς μεταφραστικών ζοχάδων, με αποτέλεσμα να προβληθεί στην χώρα μας ως “Επιχείρηση: ράλι – σεξ”. Έλεος…

https://en.wikipedia.org/wiki/Annette_Funicello

https://en.wikipedia.org/wiki/Frankie_Avalon

https://en.wikipedia.org/wiki/Keenan_Wynn

https://en.wikipedia.org/wiki/Harvey_Lembeck

https://en.wikipedia.org/wiki/Don_Rickles

https://en.wikipedia.org/wiki/Jody_McCrea

https://en.wikipedia.org/wiki/Elizabeth_Montgomery

https://en.wikipedia.org/wiki/Stevie_Wonder

https://en.wikipedia.org/wiki/Boris_Karloff

ΥΠΟΘΕΣΗ

Μια παρέα νεαρών σέρφερ και των κοριτσιών τους, καταφθάνουν για καλοκαιρινές διακοπές στην παραλία “Μπικίνι”. Εκεί θα βρεθούν αντιμέτωποι με τον Χάρβει Χάντιγκτον Χάνιγουαγκον τον ΙΙΙ, συντηρητικό μέχρι αηδίας εκδότη της τοπικής εφημερίδας και, ορκισμένο εχθρό των νέων, που έχει βαλθεί να αποδείξει ότι το νοητικό επίπεδο της νεολαίας στην χώρα του έχει πέσει στα επίπεδα ενός πιθήκου. Ο Φράνκι, πρώτη μούρη της παρέας, θα τα βρει ακόμη πιο ζόρικα, έχοντας να ξεπεράσει το φλερτ της κοπέλας του από έναν σπασίκλα και ξερόλα Άγγλο, γνωστό ως “Πατατο-σκάθαρο”. Κι ενώ ετοιμάζονται να λύσουν τις διαφορές του σε έναν αγώνα ατομικής επιτάχυνσης, ο Έρικ Βον Ζίπερ με τους Αρουραίους και τα Ποντίκια, έρχονται για να ζητήσουν εκδίκηση όπως μόνον εκείνοι γνωρίζουν…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

 

«Οι δύο μαφιόζοι» – Dr. Goldfoot and the Girl Bombs (1966)

Ο δρ Χρυσοπόδαρος, είναι η Ιταλική βερσιόν του Χρυσοδάκτυλου, σε μια προσπάθεια ισοπεδωτικής διακωμώδησης της δημοφιλούς ταινίας με ήρωα τον Τζαίημς Μπόντ. Αν αυτό λοιπόν ήταν εξαρχής το ζητούμενο, θα πρέπει να ομολογήσουμε ότι το σχέδιο στέφθηκε με απόλυτη επιτυχία.  Κι αυτό γιατί η Αμερικανό-Ιταλική παραγωγή των Louis M. Heyward και, Fulvio Lucisano πατάει με μανία το κουμπί με την λέξη «γελοιοποίηση», στο καντράν της σατανικής μηχανής του Χρυσοπόδαρου.  Ως αποτέλεσμα, έχουμε μια έκρηξη κιτς, με καλτ αστεράκια ολούθε, υπό το ανεβοκατέβασμα του κρανίου του αμίμητου κωμικού Franco Franchi, ο οποίος αν δεν απέκτησε πονοκέφαλο γυρίζοντας αυτήν την ταινία, πρόκειται περί ιατρικού θαύματος. Το “Le spie vengono dal semifreddo” τα βάζει ουσιαστικά με το “The Spy Who Came in from the Cold. Παρά τα όποια αρνητικά προέκυψαν από τις υπερβολές του σεναρίου, το δίδυμο των Franco – Ciccio είναι σε μεγάλα κέφια. Βγάζουν γέλιο με τις ατελείωτες γκάφες τους και, εν τέλει, στις μέρες μας είναι ότι ακριβώς χρειάζεται ένας φίλος των ταινιών εκείνης της περιόδου, για να ξεχαστεί λιγάκι από τα ευτράπελα της εποχής μας, τα οποία δεν είναι διασκεδαστικά, δεν αποτελούν επιλογή του, κι όμως, πληρώνει τσουχτερό «εισιτήριο» για να βλέπει κάθε μέρα.

Σύσσωμος ο κλάδος των Ιταλών κριτικών, έσπευσε να απονείμει παμψηφεί το βραβείο της χειρότερης ταινίας, στην καριέρα του Mario Bava. Κι όμως, την δόξα πολλοί μίσησαν αγαπητοί μου, το χρήμα ουδείς. Η ταινία ήταν η μεγαλύτερη εισπρακτική επιτυχία του Ιταλού σκηνοθέτη, που μη θέλοντας να εκβιάσει την τύχη του, στην συνέχεια χάραξε τον δικό του θρίλερ δρόμο, προς τέρψη των κριτικών. Η ιδέα ανήκε στον Fulvio Lucisano, την οποία τροποποίησε στα Αμερικάνικα κινηματογραφικά στάνταρ ο Robert Kaufman, οπότε και πρόεκυψε το “Dr. Goldfoot and the Girl Bombs”. Η Αμερικάνικη δηλαδή εκδοχή του φιλμ, που ταλαντεύτηκε και αυτή μεταξύ εισιτηρίων και δυσμενούς υποδοχής εκ μέρους των κριτικών. Βίοι παράλληλοι, με άλλα λόγια. Και, σαν να μην έφταναν όλα αυτά, είχαμε sequel και στις δύο πλευρές του Ατλαντικού! Έτσι, θύμα αυτή την φορά είναι το Goldfinger”, το οποίο αποδομείται πλήρως με το “Due mafiosi contro Goldginger”, ή “Dr. Goldfoot and the Bikini Machine”, όπως προσαρμόστηκε στην Αμερικάνικη εκδοχή από τον Samuel Z. Arkoff. Υπάρχει κι ένα παραλειπόμενο εδώ, με δράστη τον ανιψιό του παραγωγού Ted Rusoff, ο οποίος «τσιμπήθηκε» με την Laura Antonelli στα γυρίσματα της ταινίας, κι έτσι την έπεισε να αλλάξει γνώμη, με αποτέλεσμα η Ιταλίδα σταρ να μην γδυθεί τελικά μπροστά από τις κάμερες! Πριν αρχίσετε να τον αναθεματίζετε, σκεφτείτε και τα θετικά. Με την προσθήκη του γυμνού, το φιλμ θα αποπροσανατολίζονταν εντελώς από το κατασκοπευτικά γελοίο ύφος, σκαρφαλώνοντας σε …άλλα επίπεδα. Χώρια που μπορεί και να το πετσόκοβαν οι ψαλιδοχέρηδες της λογοκρισίας.

Ο Bava που εκείνα τα χρόνια πειραματίζονταν πολύ με ετερόκλητα κινηματογραφικά είδη, είχε την φήμη ενός Ταραντίνο της εποχής του. Αντισυμβατικός, αντιδραστικός, με πολύ προχωρημένη αντίληψη για την καλτ κουλτούρα, εκτροχιάζονταν στην ιδέα που τον εξιτάριζε, αφήνοντας την φαντασία του να τρέχει με σπασμένα τα φρένα. Καρπός όλων των πάνω, ταινίες όπως τα The Whip and the Body(1963), Blood and Black Lace(1964), Planet of the Vampires(1965), Kill, Baby, Kill(1966), Danger: Diabolik(1968), Five Dolls for an August Moon(1970), Bay of Blood(1971), και, Rabid Dogs(1974). Όλα τους υπέροχα και άκρως επιδραστικά. Ο Bava δημιούργησε σχολή με την τρέλα του. Άλλαξε εντελώς τον τρόπο που το Ιταλικό σινεμά απεικόνιζε ως τότε την εγκληματική διαστροφή, αλλά και τις διαταραγμένες ψυχικά παραμέτρους αυτού του είδους ταινιών. Με τους κουβάδες έπεφτε ο χυμός ντομάτας στα φιλμ του! Φοβερά σενάρια(τα περισσότερα τα πήραν οι Αμερικάνοι και τα μετέφεραν σε δικές τους εκδοχές), θαυμάσιο μαύρο χιούμορ(ακόμη και στα πρώιμα splatter του οι ξεκαρδιστικές ατάκες πέφτουν βροχή), καλλιτεχνικά πλάνα, αλλά και ρυθμός που παραπέμπει σε τραινάκι του λούνα παρκ. Μια πάνω – μια κάτω.  Υπάρχει και κάτι ακόμη, ως χαρακτηριστικό στοιχείο των ταινιών του Bava: η μουσική. Ήταν πάντα πολύ προσεκτικός στην επιλογή της μουσικής υπόκρουσης(ακόμη ένα κοινό στοιχείο με τον Ταραντίνο). Στο “Le spie vengono dal semifreddo” τις μουσικές έχει γράψει ο κορυφαίος συνθέτης exotica και πιο επιτυχημένος εμπορικά σε παγκόσμιο επίπεδο, ο πολύς Les Baxter. Το αποτέλεσμα των εμπνεύσεων του είναι τόσο ελκυστικό και γοητευτικό, που αξίζει να αναζητήσει κανείς το soundtrack, ή να δει την ταινία. Τα θέματα που έγραψε ο Baxter ειδικά στους τίτλους έναρξης και στις σκηνές καταδίωξης, είναι καταπληκτικά!

https://en.wikipedia.org/wiki/Mario_Bava

https://en.wikipedia.org/wiki/Les_Baxter

Πάμε και σε κάποιες ενστάσεις. Κατ’αρχάς η μετάφραση του τίτλου στα Ελληνικά, ήταν πέραν του δέοντος άκυρη, όπως και άκρως παραπλανητική. Το «οι δύο μαφιόζοι», παραπέμπει εξάλλου σε άλλο φιλμ του κωμικού δίδυμου και όχι στην συγκεκριμένη ταινία. Ο Francesco Mulé που επιλέχθηκε ως συνταγματάρχης Μπένσον, δεν έχω καταλάβει γιατί έπρεπε ντε και καλά να είναι ερμαφρόδιτος και, συν τοις άλλοις, να μιλάει Ιταλικά με Αγγλική προφορά, κάτι που μόνο γέλιο δεν βγάζει. Περισσότερο εκνευρίζει τον θεατή. Έπειτα, ο φίλτατος  Pipolo(Giuseppe Moccia κατά κόσμο, ο οποίος έγραψε πολλά σενάρια για τους δύο κωμικούς, όπως και για τον Toto), νομίζω ότι ξέφυγε τελείως με τις σκηνές στο λούνα παρκ.  Τραβάει πολύ και άνευ λόγου το τμήμα εκείνο, το οποίο αναδεικνύει σε παιδική φάρσα για παιδιά προσχολικής ηλικίας. Καρουζέλ και τρενάκια σε κατασκοπική έστω παρωδία, αυτομάτως θέτει υποψηφιότητα για την παιδική ζώνη της Κυριακής. Και καλά, αν ο ίδιος ένιωθε έτσι, κανένα πρόβλημα. Ο θεατής γιατί πρέπει να μπει στα ίδια βαγόνια δεν κατάλαβα… Όλα έχουν να κάνουν με την σωστή χρήση της υπερβολής που έλεγα και στον πρόλογο. Όταν τα ξεπερνάει, το τελικό αποτέλεσμα αυτό-γελοιοποιείται.

Ο Vincent Price σίγουρα διασκέδασε στα γυρίσματα, όμως όταν το είδε πιο ψύχραιμα μερικά χρόνια αργότερα, δήλωσε ότι «ήταν η χειρότερη ταινία που έχω παίξει. Ότι ήταν να πάει στραβά – πήγε». Τουλάχιστον την αυτοκριτική του την έκανε. Παρ’όλα αυτά, δεν είναι κακός στο φιλμ. Έχει διάθεση να τσαλακώσει την φιγούρα που δημιούργησε υποδυόμενος για πολλά χρόνια ρόλους διαταραγμένης προσωπικότητας σε ταινίες τρόμου. Ο Fabian πάλι δεν ξέρω γιατί έπαιξε στο φιλμ. Όχι ότι ήταν ποτέ ηθοποιός αξιώσεων(τραγουδιστής ήταν ο άνθρωπος), ούτε και θα του ανέβαζε το κασέ η συμμετοχή του στο φιλμ(για να μην αναφέρουμε τους θαυμαστές τους που θα έπαθαν παράκρουση βλέποντας τον). Υποδύεται έναν κάποιον Μπίλ Ντέξτερ, πράκτορα υπό παραίτηση, που μετανιώνει και θέλει να μπλέξει ξανά με την κατασκοπία. Μάλιστα… Για τον Francesco Mulé τα είπαμε πιο πάνω. Ίσως να ήταν καλός κωμικός, αλλά εδώ δεν κοίταξε καν το σενάριο. Γιατί αν του έριχνε έστω μια ματιά, ή θα ζητούσε να αλλάξει, ή θα το απέρριπτε. Απλά πράγματα. Η πανέμορφη Laura Antonelli δυστυχώς περνάει μπροστά από τον φακό υπό τύπον …γλάστρας – ρομπότ. Σίγουρα μετάνιωσε κι εκείνη για την επιλογή της. Οι μόνοι που βρίσκονται στα νερά τους και ξεφαντώνουν, είναι οι Franco Franchi και, Ciccio Ingrassia. Η χαρά του παιδιού ένα πράγμα. Είναι και το μόνο ουσιαστικά κίνητρο, μαζί με τον Price, για να δει κανείς το φιλμ. Γκάφες με την κλασική συνταγή των δύο Ιταλών κωμικών που άφησαν εποχή. Ο Ingrassia με εκείνο το περπάτημα σαν να κατάπιε παλούκι και το βλέμμα γεμάτο βλακώδη απορία μονίμως, κι ο Franchi με το ανεβοκατέβασμα του κεφαλιού του και τις απίθανες γκριμάτσες, είναι σε ορισμένες σκηνές ξεκαρδιστικοί. Ίσως αν έπαιζαν μόνοι τους να τα πήγαιναν ακόμη καλύτερα. Οι προσθήκες του καστ μάλλον τους αποσυντονίζουν, παρά τους βοηθούν. Εννοείται, ότι ο αυτοσχεδιασμός πάει σύννεφο και εδώ!

https://en.wikipedia.org/wiki/Vincent_Price

https://en.wikipedia.org/wiki/Fabian_Forte

https://en.wikipedia.org/wiki/Laura_Antonelli

https://en.wikipedia.org/wiki/Ciccio_Ingrassia

https://en.wikipedia.org/wiki/Franco_Franchi

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο δρ. Χρυσοπόδαρος, ο πλέον σατανικός επιστήμονας της εποχής του, συλλαμβάνει ένα ακόμη θανάσιμο για τον συσχετισμό δυνάμεων στον πλανήτη σχέδιο. Σκοπός του να κυριαρχήσει, με την βοήθεια Κινέζικων δυνάμεων. Δημιουργεί λοιπόν πλαστικές, πανέμορφες και εκρηκτικές(κυριολεκτικά), γυναίκες, οι οποίες αναλαμβάνουν να ανατινάξουν δια του αγγίγματος των χειλιών τους, ανυποψίαστους στρατηγούς του ΝΑΤΟ. Ο Χρυσοπόδαρος απειλεί την παγκόσμια ειρήνη, κι εκεί θα βρει απέναντι τους αποφασισμένους και  ανίκανους παντελώς μυστικούς πράκτορες, Φράνκο και Τσίτσιο! Την συνέχεια  την φαντάζεστε όλοι…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018