«Αγάπησα και μίσησα»(Bright Leaf – 1950)

Κλασικό, επικό μελόδραμα, αυτοβιογραφικού τύπου, καλογυρισμένο και με δυνατό καστ. Ανήκει στην Χολιγουντιανή φιλοσοφία της προηγούμενης δεκαετίας(’40), στην διάρκεια της οποίας γυρίστηκαν εξαιρετικές τέτοιες ταινίες. Παρά το άψογο της παραγωγής στο σύνολο της και, τις θαυμάσιες ερμηνείες των πρωταγωνιστών, το “Bright Leaf” έπεσε θύμα των αλλαγών στις προτιμήσεις θεατών και στούντιο, εκπροσωπώντας ένα είδος που παρέπεμπε σε μια μάλλον οπισθοδρομική αντίληψη,  κι αυτή η ατυχής συγκυρία δεν το βοήθησε σε καμία περίπτωση. 3-4 χρόνια πριν να είχε προβληθεί, μόνο απαρατήρητη δεν θα περνούσε η δημιουργία του Michael Curtiz. Όπως και να έχει, πρόκειται για ένα πολύ καλό φιλμ που άξιζε καλύτερης τύχης(εισπρακτικά και όχι μόνον).

Το φιλμ αφηγείται τα έργα και ημέρες δύο μεγιστάνων της καπνοβιομηχανίας, των Washington Duke και, John Harvey McElwee(τα ονόματα αλλάζουν για ευνόητους λόγους), βασισμένο στην ομώνυμη νουβέλα του Foster Fitz-simons από το 1949. Στην ουσία πρόκειται για μια απόπειρα να καταγραφεί η χαώδης διαφορά αντίληψης μεταξύ των δύο επιχειρηματιών, οι οποίοι εκπροσωπούν αντίστοιχα διαφορετικούς κόσμους. Ο Duke(ταγματάρχης Σίνγκλεντον – Donald Crisp), της Νότιας αριστοκρατίας, με τους καλούς τρόπους, τις υψηλές γνωριμίες, αλλά και το αδίστακτο των προθέσεων, κι ο McElwee(Ρόιλ – Gary Cooper), άξεστος, γόνος οικογένειας αγροτών, με έντονα τα στοιχεία του τυχοδιωκτισμού, του ρεβανσισμού και της αλαζονείας, συγκρούονται με διαφορετικά κίνητρα και στόχους ο καθένας. Για τον πρώτο, ζητούμενο είναι να βγάλει από την μέση έναν ενοχλητικό, αυθάδη Γιάνκη χωριάτη, που τολμά να αψηφά την παντοδυναμία του, ενώ ο αντίπαλος του, θέλει να ζήσει το όνειρο των παιδικών χρόνων, να κάνει δικό του το αρχοντικό των Σίνγκλεντον και την κόρη του ανθρώπου που κατέστρεψε την ζωή των γονιών του(και εν μέρει την δική του). Η εκδίκηση είναι εκείνη που θα τον τυφλώσει, θα γεμίσει ομίχλες το μονοπάτι της κυριαρχίας και, στο τέλος, θα σβήσει την ίδια του την πορεία. Μέσα σε αυτόν τον κυκεώνα μισαλλοδοξίας,  στροβιλίζουν οι ζωές εκείνων που πλαισιώνουν ηθελημένα και μη, την τραγική αναμέτρηση. Εκείνοι που προτιμούν την καρέκλα του  και, οι άλλοι, που επιλέγουν να συμμετέχουν ποντάροντας τις ζωές τους. Ο τελικός απολογισμός θα έρθει με την μορφή πολλών ανατροπών, για κάθε έναν εμπλεκόμενο.

Η ταινία είχε σχεδόν ξεχαστεί στην σινε λήθη μέχρι το 2003, όταν ο Ross McElwee, απόγονος ενός εκ των δύο μεγιστάνων της Αμερικάνικης και όχι μόνον καπνοβιομηχανίας, κινηματογραφιστής στο επάγγελμα, ολοκλήρωσε τα γυρίσματα του ντοκιμαντέρ Bright Leaves . Της δικής του δηλαδή εκδοχής(εκ των έσω μάλιστα), όσων διαδραματίστηκαν στην διάρκεια εκείνης της ταραγμένης για την χώρα του περιόδου, λίγο μετά την λήξη του εμφυλίου πολέμου. Οι δύο ανταγωνιστές άλλωστε, βρέθηκαν αντίπαλοι και στα χαρακώματα. Το ντοκιμαντέρ αυτό έστρεψε τα βλέμματα των σινεφιλ στην ταινία του Michael Curtiz, οδήγησε σε επανακυκλοφορία της(dvd) και, κατά κάποιο τρόπο έστω και ετεροχρονισμένα, δικαίωσε τους συντελεστές της.

Άψογη η παραγωγή του Henry Blanke για τα στούντιο της Warner Bros. Το σενάριο έγραψε ο Ranald MacDougall, ενώ η επική μουσική υπόκρουση με τις ευαίσθητες μελωδίες στις στιγμές συναισθηματικής φόρτισης, ανήκει στον σπουδαίο Victor Young. Εξαιρετική τόσο η φωτογραφία του Karl Freund, όσο και το ευρηματικό μοντάζ του Owen Marks. Πρωταγωνιστούν οι Gary Cooper, Lauren Bacall, Patricia Neal, Donald Crisp, Jack Carson, Jeff Corey. Η μια ερμηνεία καλύτερη από την άλλη κυριολεκτικά, σε εξαιρετικά δύσκολους ρόλους. Οι Κούπερ και Κρίσπ(πολύ μεγάλος ρολίστας του Αμερικάνικου σινεμά), που υποδύονται τους δύο μεγάλους αντίπαλους, είναι θαυμάσιοι. Πέραν του δέοντος πειστικοί, με αξιοθαύμαστη αυτοκυριαρχία και σιγουριά σε κάθε σκηνή. Η εμπειρία τους γεμίζει τα πλάνα με αληθινή λάμψη υποκριτικής. Από κοντά σε απόδοση και οι δύο γυναικείες παρουσίες. Η Μπακόλ, είναι εκείνη που περιμένει καρτερικά και υπομένει κάθε ταπείνωση, προκειμένου να κερδίσει την καρδιά του μεγάλου της έρωτα(του αλαζόνα Μπράντ Ρόιλ). Η Νιλ από την άλλη, αναλαμβάνει να εκδικηθεί την καταστροφή της οικογένειας των Σίνγκλεντον, δεχόμενη να παντρευτεί έναν άνθρωπο που μισεί να αγαπά. Ο Κάρσον ερμηνεύει έναν εκ των συνεργατών του Ρόιλ, με το κλασικό του ανάλαφρο παίξιμο, ιδιαίτερα χρήσιμο σε στιγμές έντασης, ενώ ο Κόρει τον εφευρέτη της πρώτης μηχανής τσιγάρων, που έκανε επανάσταση στον χώρο και απογείωσε τις πωλήσεις καπνού παγκοσμίως(υπαρκτό πρόσωπο). Στην χώρα μας η ταινία προβλήθηκε με την κλασική συνταγή αλλοίωσης του τίτλους της, ως «Αγάπησα και μίσησα».

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Έχοντας εκδιωχθεί από τον τόπο του, ο σκληροτράχηλος και διψασμένος για εκδίκηση Μπράντ Ρόιλ, επιστρέφει στο Κίνγκσμον μετά το τέλος του εμφυλίου πολέμου. Μια μόνο σκέψη κυριαρχεί στο μυαλό του, η καταστροφή του ανθρώπου που θεωρεί υπεύθυνο για τα οικογενειακά και προσωπικά του δεινά, ταγματάρχη Σίνγκλεντον. Με φόντο την βιομηχανία καπνού, θα επιλέξει ως πεδίο σύγκρουσης την μικρή πόλη της Βόρειας Καρολίνας και, ως επιπλέον έπαθλο το χέρι της κόρης του μεγάλου του αντιπάλου. Χάρη σε μια συγκυρία, θα του δοθεί η ευκαιρία να αποκτήσει την πρώτη αυτόματη μηχανή κατασκευής τσιγάρου, με την βοήθεια μιας γυναίκας που μάταια επιζητεί μια θέση στην καρδιά του. Και, τότε, θα αρχίσει ένας ανηλεής πόλεμος δίχως κανέναν νικητή…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Curse of the stone hand»(1965)

Περίεργη περίπτωση ταινίας τρόμου. Ενδιαφέρουσα πρόταση μεν, περιορισμένων δυνατοτήτων δε, καθώς το πρώτο μισό του φιλμ είναι εντελώς ασύμβατο με το δεύτερο. Ενώ αρχίζει εξαιρετικά, με μια σκοτεινή ατμόσφαιρα και έντονο μυστικισμό, ανεκτές ερμηνείες και υποβλητική μουσική(εξίσου ικανοποιητικά σκηνικά), ξαφνικά χάνεται μέσα σε ανέπνευστες σεκάνς και μάλλον ανούσιους διαλόγους.  Μπορεί να μην διεκδικεί δάφνες ποιότητας, έχω όμως την αίσθηση πως παρά τον b-movie της προορισμό, θα μπορούσε να είχε αφήσει ακόμη καλύτερες εντυπώσεις και τελικό αποτέλεσμα, αν είχε προσεχτεί έστω και στοιχειωδώς το σενάριο(εδώ υπάρχει μια εξήγηση, για την οποία θα διαβάσετε πιο κάτω). Έστω και έτσι, παραμένει ένα σπανιότατο θρίλερ της δεκαετίας του ’60, από εκείνα που ουδέποτε επιλέχτηκαν για να προβληθούν στη χώρα μας.

Πρόκειται για μια Χιλιανή παραγωγή, με Αμερικάνικη συγχρηματοδότηση, βασισμένη στη νουβέλα “The suicide club” του Robert Louis Stevenson . Η πρώτη ύλη συνεπώς είναι ποιοτικότατη. Από εκεί και έπειτα βέβαια αρχίζουν τα περίεργα… Κατ’ αρχάς η συνολική παρουσία του Jerry Warren(βοηθός σκηνοθέτη, συμπαραγωγός, συμμετοχή στο σενάριο), είχε τα υπέρ, όπως και τα κατά της. Ο Warren φανατικός υποστηρικτής της b-movie κουλτούρας, ήταν από εκείνους που αρέσκονταν σε πολύ ακραίες μορφές έκφρασης στον χώρο. Τα φιλμ του(στα μισά από αυτά δεν αναφέρεται καν ως σκηνοθέτης!), ήταν η επιτομή του cult’n’trash για εκείνα τα χρόνια. Με εξαίρεση το The Incredible Petrified World του ’59, ίσως την πιο στρωτή του ταινία, τα Terror of the Bloodhunters(1962), Attack of the Mayan Mummy(1964, γυρίστηκε για την τηλεόραση),  Creature of the Walking Dead(1965), The Wild World of Batwoman(1966, αυτό κι αν ήταν καλτ) και, Frankenstein Island(1981, το κύκνειο του άσμα), ξέφευγαν πολύ από το συμβατικό “καθεστώς” τρόμου. Κάπου εκεί λοιπόν, έρχεται και η συνεργασία του με τον Αργεντίνο σκηνοθέτη Carlos Hugo Christensen, για να αποκτήσει μυθικές διαστάσεις το αποτέλεσμα. Παρεμπιπτόντως, ο Christensen έχει μια οργιώδη σκηνοθετική πορεία, με δεκάδες ετερόκλητα κινηματογραφικά είδη. Μοναδική περίπτωση για τα δεδομένα της Λατινικής Αμερικής. Ενδεχομένως και να επιβλήθηκε εκείνος στις απόψεις του Warren.

http://www.imdb.com/name/nm0912876/?ref_=ttfc_fc_dr2

http://www.imdb.com/name/nm0159741/?ref_=ttfc_fc_dr1

Συνεχίζοντας με τα παρατράγουδα της παραγωγής, συναντάμε το team των σεναριογράφων, 5 τον αριθμό(!), οι οποίοι μάλλον πρέπει να έγραφαν από 10 λεπτά ο καθένας. Κι αυτό γιατί παρά το μοντάζ, το φιλμ δείχνει να αποτελείται από αντίστοιχα διαφορετικά τμήματα. Κάτι που είναι εμφανές ιδιαίτερα από την πρώτη μισή ώρα και έπειτα. Να αναφέρουμε και τα ονόματα τους. Jorge Janise, Marie Laurent, F. Amos Powell, César Tiempo και, Jerry Warren. Ως έκτακτη συμμετοχή μνημονεύεται στο imdb το όνομα του ίδιου του συγγραφέα Robert Louis Stevenson, ο οποίος απεβίωσε το 1894! Ναι, συμβαίνουν αυτά… Αυτή η συνύπαρξη των 6 σεναριογράφων, ευθύνεται λογικά για το μπάχαλο που επικράτησε στα γυρίσματα, όπου από ένα σημείο και έπειτα πηγαίνει στην άκρη το βασικό θέμα, για να επέλθει μια αναρχία στην δομή της ταινίας, η οποία συνεχίζεται με την μορφή του αυτοσχεδιασμού εκ μέρους όλων. Πολύ μεγάλη εντύπωση προκαλεί και η κάκιστη ποιότητα της εικόνας, αποτέλεσμα του ελάχιστου budget της παραγωγής. Εκείνο όμως που πραγματικά γεννάει πολλά ερωτηματικά, είναι το γεγονός ότι το φιλμ θυμίζει παραγωγή των αρχών της δεκαετίας του ’30 σε όλα τα επίπεδα. Από το ασπρόμαυρο της υπόθεσης, ως την κακή ηχοληψία, τα κουστούμια και το μακιγιάζ. Κοιτάζοντας κανείς το έτος πρώτης προβολής του “Curse of the stone hand”, έχοντας δει πρώτα την ταινία,  θα νομίζει πως πρόκειται περί λάθους.

Στο καστ συναντάμε κυρίως Χιλιανούς ηθοποιούς(οι οποίοι μιλούν καλά Αγγλικά είναι αλήθεια – δεν ντουμπλάρονται, προσέξτε το), που είναι αρκετά πειστικοί. Τους πλαισιώνουν 4 Αμρικανοί συνάδελφοι τους. Οι Katherine Victor, Lloyd Nelson, Horacio Peterson και, ο φάντης μπαστούνι αυτών των ταινιών, John Carradine. Ο Carradine μαζί με τον Carlos Cores(που παίζει σε διπλό ρόλο), είναι μακράν οι καλύτεροι. Ο Cores έκανε μεγάλο όνομα στην πατρίδα του, με πολλές επιτυχημένες εμπορικά ταινίες(όχι απαραίτητα θρίλερ). Η αλήθεια είναι ότι γράφει στην κάμερα και διαθέτει υποκριτικές δυνατότητες. Με έναν καλό μάνατζερ, θα γέμιζε καστ πολλών ταινιών στην Αμερική.

http://www.imdb.com/name/nm0179757/?ref_=ttfc_fc_cl_t3

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Στο μικρό χωριό του Κεντ, δεσπόζει η μορφή ενός εγκαταλειμμένου αρχοντικού, που στοιχειώνει η “κατάρα του πέτρινου χεριού”. Παντού, σε κάθε σημείο των εξωτερικών, όπως και των εσωτερικών χώρων, κυριαρχεί αυτό το φρικτό γλυπτό. Καθώς ο χρόνος γυρίζει πίσω, μέσα από την αφήγηση του τελευταίου ηλικιωμένου επιζώντα των ιδιοκτητών, η οικογένεια των Μπράουν ξαναζεί τα φοβερά εκείνα χρόνια που την σημάδεψαν για πολλές γενιές…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Το νησί των καταραμένων»(The island – 1980)

Μεγαλόπνοο σχέδιο της Universal Pictures, με budget 22 εκατομμύρια δολάρια, που δεν απέδωσε – εισπρακτικά τουλάχιστον – τα αναμενόμενα. Κάτι αντίστοιχο έπαθε και η United Artists με το “Heaven’s gate” του Michael Cimino, με ελάχιστους μήνες διαφορά στην ημερομηνία προβολής. Το 1980 σαν χρονιά τελικά επιφύλαξε μάλλον δυσάρεστες εκπλήξεις και για τα δύο στούντιο. Το “The island” πληρούσε τις προϋποθέσεις ακόμη και για blockbuster(σε αντίθεση με το Heaven’s gate), κι αν χάθηκε στην σινε – λήθη έχει να κάνει με την μάλλον καλτ χροιά του και, λιγότερο, με την παραγωγή στο σύνολο της. Άβυσσος η ψυχή των κριτικών κινηματογράφου, οι οποίοι στο σύνολο τους καταπόντισαν μια αξιοπρεπέστατη δουλειά του Michael Ritchie, επηρεάζοντας κατά πολύ την τελική ετυμηγορία των θεατών. Μια πολύ βρώμικη ιστορία, που διαιωνίζεται αφήνοντας πίσω της μόνον απορίες. Δεν γίνεται να δικαιώνονται ταινίες και σκηνοθεσίες αναδρομικά, έπειτα από 20-30 χρόνια, χωρίς να εγείρονται ερωτήματα περί μεροληψίας… Γιατί το “The island” άξιζε πολύ καλύτερης τύχης, κάτι που θα διαπιστώσουν όσοι το δουν έστω και με καθυστέρηση 37 ετών.

THE ISLAND, from left: Jeffrey Frank, Michael Caine, 1980. ©Universal

Στις μεταφραστικές διαδρομές της τελευταίας 7ετίας, έχω πέσει σε πολλές παρόμοιες περιπτώσεις ταινιών. Άρτιες σε μεγάλο βαθμό, με εξαιρετικούς συντελεστές, καλές ερμηνείες, αλλά με πορεία… Τιτανικού. Ας κάνουμε μια προσπάθεια εξερεύνησης αυτού του ναυάγιου. Κατ’ αρχάς, το σενάριο έχει την υπογραφή του Peter Benchley, συγγραφέα των Jaws (1974) και, The Deep (1976). Δύο βιβλία με παγκόσμια απήχηση, τα οποία μεταφέρθηκαν και στην μεγάλη οθόνη για να γίνουν σινε – θρύλοι. Ο Benchley είχε ακόμη μια θαλασσινή περιπέτεια κατά νου, για να κλείσει την σχετική του τριλογία με ακόμη μεγαλύτερη επιτυχία. Έτσι, το ’79 κυκλοφόρησε το “Νησί των καταραμένων”(όπως τιτλοφορήθηκε στη χώρα μας), για να πάρει αμέσως το χρίσμα της κινηματογραφικής μεταφοράς. Κάτι αντίστοιχο είχε συμβεί και με τον Michael Cimino, μετά τα φοβερά του φιλμ “The deer hunter” και “The rose”. Ποιό στούντιο θα αρνούνταν να χρηματοδοτήσει την επόμενη ιδέα του; Το 1980 λοιπόν, τα βιβλία του Benchley αποτελούσαν πρώτης τάξεως υλικό, με προδιαγραφές για σπουδαίες επιτυχίες και πάρα πολλά εισιτήρια. Η Universal Pictures είχε κερδίσει ήδη 470 εκ.δολάρια με τα “Σαγόνια του καρχαρία”(με budget μόλις 9 εκ.δολάρια!), αλλά έχασε στο νήμα τον “Βυθό” από την Columbia Pictures(47,3 εκ.δολάρια κέρδη). Έβλεπε λοιπόν το “Νησί των καταραμένων” σαν μια εγγυημένα καλή ευκαιρία για ακόμη περισσότερα δολάρια, γι’ αυτό και αγόρασε τα δικαιώματα του, δίνοντας μάλιστα την καρέκλα του σκηνοθέτη στον ίδιο τον συγγραφέα.

https://en.wikipedia.org/wiki/Peter_Benchley

Η Universal δεν άφησε στην τύχη σχεδόν τίποτα. Οι συντελεστές που επέλεξε προκειμένου να στελεχώσει την μεταφορά αυτή, είχαν όλοι σημαντικότατη πορεία στην βιομηχανία του θεάματος. Σκηνοθεσία Michael Ritchie, παραγωγή Richard D. Zanuck, σενάριο από τον συγγραφέα Peter Benchley, μουσική Ennio Morricone, διεύθυνση φωτογραφίας Henri Decaë, μοντάζ Richard A. Harris, πρωταγωνιστής ο Michael Caine. Ο Ritchie τυποποιήθηκε με τις χλιαρές κωμωδίες που γύρισε στην δεκαετία του ’80, όμως είχε στο βιογραφικό του φιλμ με νεύρο, δυναμισμό και ρεαλισμό, όπως τα Downhill Racer (1969), The Candidate (1972), και, Prime Cut (1972). Κινηματογραφιστής ικανός να συνδυάσει βία και σάτιρα, μεγάλα ονόματα και ταλέντα. Ο Zanuck με ταινίες στο ενεργητικό όπως τα The Sugarland Express (1974), The Black Windmill (1974), The Eiger Sanction (1975), Jaws (1975), και, MacArthur (1977), ήταν το 1980 ένας από τους σημαντικότερους παραγωγούς παγκοσμίως, με κοφτερό μάτι και διορατικότητα όσο λίγοι συνάδελφοι του. Συνεργάστηκε στην καριέρα του με τους Tim Burton και, Steven Spielberg, πήρε Όσκαρ με το Driving Miss Daisy(1989), ενώ άφησε πίσω του φιλμ όπως τα The Verdict (1982), Cocoon (1985), Deep Impact (1998), Planet of the Apes (2001), Road to Perdition (2002), Big Fish (2003), κ.α. Αναμφισβήτητα ένας από τους κορυφαίους παραγωγούς των τελευταίων 40 ετών. Για τον Ennio Morricone και το έργο του δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι. Υπάρχουν σινεφίλ που τον αγνοούν άραγε; 4 υποψηφιότητες για Όσκαρ μοντάζ για τον Richard A. Harris(το κέρδισε τελικά με το Indictment: The McMartin Trial – 1996), απίστευτα μεγάλη η συνεισφορά του Henri Decaë στο Γαλλικό σινεμά, το οποίο αποτύπωσε με ευφάνταστα καλλιτεχνικό(και ποιητικό) τρόπο, σε δεκάδες ταινίες.

https://en.wikipedia.org/wiki/Michael_Ritchie_(film_director)

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_D._Zanuck

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_A._Harris

https://en.wikipedia.org/wiki/Henri_Deca%C3%AB

Ηγετική φιγούρα του καστ ο Michael Caine. Στο πρόσωπο του παρακολουθεί ο θεατής να συντελείται καρέ – καρέ μια ολοκληρωτική αλλοίωση της προσωπικότητας, καθώς προσπαθεί να επιβιώσει κάτω από πρωτόγνωρα απάνθρωπες συνθήκες. Ο αστός, με τους αμέτρητους συμβιβασμούς για χάρη της καριέρας και, τον αποτυχημένο γάμο, θα έχει την ευκαιρία να διαλέξει τον ρόλο που πραγματικά του ταιριάζει, πληρώνοντας το ανάλογο τίμημα. Ο Caine είναι για ακόμη μια φορά εξαιρετικός, σε έναν καθαρά δυναμικό ρόλο, που προσφέρει όμως και δυνατότητες υποκριτικές. Τον παρακολουθούσα τις προάλλες στο “Going in style” του Zach Braff, μαζί με τον Freeman και τον Arkin. Το παίξιμο του γίνεται καλύτερο χρόνο με τον χρόνο. Έχει εμπλουτίσει τις εμπειρίες του τόσων δεκαετιών με την ωριμότητα και την υποκριτική παιδεία, με αποτέλεσμα να θεωρείται δικαιολογημένα ως ένας από τους 10 σημαντικότερους ηθοποιούς της γενιάς του. Από το “The island” θα μπορούσε να είχε κερδίσει περισσότερα. Καταπληκτικοί οι 3 αρχηγοί των πειρατών, οι Άγγλοι David Warner(Νάου), Don Henderson(Ρόλο), Dudley Sutton(δρ. Μπραζίλ), όπως κι ο Frank Middlemass(ο παρανοικός Γουίντσορ). Από κοντά τους σε ερμηνείες και οι Angela Punch McGregor(Μπεθ), Reg Evans(Τζακ Νυχτερίδας). Όλοι τους αποτελούν ένα πολύ μεγάλο κεφάλαιο του Βρετανικού σινεμά των δεκαετιών του ’70 και του ’80. Με πάρα πολλές συμμετοχές σε κοινωνικά, αστυνομικά, θρίλερ και δραματικά φιλμ, τα περισσότερα με μια καλλιτεχνικού τύπου καλτ χροιά. Η φάτσα του Warner είναι από εκείνες που δε τις ξεχνάς με τίποτα. Με μάτι που γυαλίζει, ιδανικός για ρόλους σχιζοφρενή, έκανε μοναδικά περάσματα από τον φακό, σε ταινίες όπως τα The Ballad of Cable Hogue(1969), Straw Dogs(1970), From Beyond the Grave(1973), και, The Omen(1976). Απορίας άξιο πως χάθηκε ο πιτσιρικάς Jeffrey Frank, που κάνει θαυμάσια ερμηνεία.

https://en.wikipedia.org/wiki/David_Warner_(actor)

https://en.wikipedia.org/wiki/Angela_Punch_McGregor

https://en.wikipedia.org/wiki/Don_Henderson

https://en.wikipedia.org/wiki/Dudley_Sutton

https://en.wikipedia.org/wiki/Reg_Evans

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Εγκλωβισμένος στα προσωπικά του αδιέξοδα, με μια καριέρα κινούμενη μεταξύ φθοράς και αφθαρσίας, ένα ρεπορτάζ που φαντάζει ως δημοσιογραφικό ραντεβού με την ουτοπία και, έναν αποτυχημένο γάμο, ο Μπλέρ Μέιναρντ πείθει τον αρχισυντάκτη του να τον στείλει στην Φλόριντα, για να ερευνήσει τις απανωτές εξαφανίσεις σκαφών. Μαζί με τον 14χρονο γιό του, θα προσπαθήσουν να αποκρυπτογραφήσουν αυτά που πραγματικά τους ενώνουν, αντιμετωπίζοντας μια θανάσιμη περιπέτεια. Μια ομάδα από αιμοδιψείς πειρατές ξεχασμένοι από τον χρόνο, με ορμητήριο ένα αχαρτογράφητο νησί, σφάζουν και λεηλατούν τους επιβάτες κάθε πλοίου, που περνά από τα θαλάσσια ύδατα τους. Οι Μέιναρντ θα έχουν “καλύτερη” τύχη, καθώς αιχμαλωτίζονται…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018