HOW GREEN WAS MY VALLEY(1941)

HOW GREEN WAS MY VALLEY(1941) 18/1/2012

Συντάκτης corto

Θα μείνουμε στην δεκαετία του`40, για να μιλήσουμε για μια ακόμη υπέροχη ταινία. Από αυτές που χαρακτηρίζονται κλασσικές και με διαχρονικές επιρροές στην έβδομη τέχνη. Δημιουργός της ένας από τους σκηνοθέτες, πάνω στους οποίους στηρίχτηκε το Αμερικάνικο κινηματογραφικό οικοδόμημα. Ο Τζών Φόρντ(John Ford), με τον ξεχωριστό του τρόπο αφήγησης και την ικανότητα να κάνει τα άψυχα κομμάτια χαρτί ενός σεναρίου, να ζωντανεύουν μέσα στα πλάνα κάθε ταινίας, αφήνει για μια ακόμη φορά το στίγμα του με το “How Green Was My Valley”. Μια μυθική ταινία, που κέρδισε τους θεατές όπου κι αν προβλήθηκε, απέσπασε πέντε βραβεία Όσκαρ(ήταν υποψήφια για ακόμη 5), αλλά και μια θέση στο πάνθεον των αριστουργημάτων του παγκόσμιου σινεμά.


Ήταν 1941, όταν ο Φόρντ έχοντας ήδη στα ράφια της συλλογής του 3 βραβεία Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας( The Informer  1935, Stagecoach 1939 και The Grapes of Wrath 1940), επιχειρεί ξανά μια ματιά στην δομή της κοινωνίας, με την μεταφορά στην μεγάλη οθόνη της νουβέλας του Richard Llewellyn. Το βιβλίο ήταν best seller για το 1939, με πωλήσεις εκατομμυρίων αντίτυπων και είχε κερδίσει ήδη μια θέση στις καρδιές των αναγνωστών σε όλο τον κόσμο. Ο Φόρντ αναθέτει την παραγωγή και την εκτέλεση της, στον παλιό του συνεργάτη και καλό φίλο Darryl F. Zanuck, έναν ζωντανό θρύλο των στούντιο της Twentieth Century-Fox Film Corporation, που είχε συνδέσει το όνομα του με μερικές από τις μεγαλύτερες εισπρακτικές επιτυχίες της περιόδου 1934 – 1952. Το σενάριο ανέλαβε ο Philip Dunne.


Για την μουσική επένδυση της ταινίας, επιλέχθηκε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Alfred Newman(Όσκαρ για τα The Hurricane 1937, The Song of Bernadette  1943, Mother Wore Tights 1947, Love Is a Many-Splendored Thing 1955, The King and I 1956 και Camelot 1967, αλλά και άλλες 32 υποψηφιότητες!!!), ενώ στην διεύθυνση φωτογραφίας συναντάμε τον Arthur C. Miller και στο μοντάζ τον James B. Clark, έμπειροι και οι δύο, με δεκάδες ταινίες στο ενεργητικό τους. Το project για να συμπληρωθεί, χρειάζεται ένα δυνατό καστ. Ο Φόρντ το γνώριζε πάντα αυτό, αλλά συγχρόνως επιδίωκε τις καλές ερμηνείες και εκεί επικέντρωνε την προσπάθεια του. Ήταν της άποψης ότι τα όμορφα πρόσωπα και οικεία στους θεατές, αν δεν μπορούσαν να «σηκώσουν» το βάρος του ρόλου, η ταινία θα αποτύγχανε να βγάλει τις εικόνες που ήθελε στην οθόνη. Πιστός λοιπόν στο δόγμα του αυτό, επιλέγει ένα καστ ερμηνευτών και όχι star. Παρά το γεγονός ότι είχε να διαχειριστεί ένα καθόλου ευκαταφρόνητο budget για τα δεδομένα της εποχής, της τάξεως των 1,2 εκατομμυρίων δολαρίων από την Twentieth Century-Fox, ο σκηνοθέτης έριξε το βάρος στην ίδια την παραγωγή και όχι στα συμβόλαια πρωτοκλασάτων ηθοποιών. Η επιλογή του αυτή, τον δικαίωσε απόλυτα, αφού οι Walter Pidgeon, Maureen O’Hara, Anna Lee, Donald Crisp και Roddy McDowall, αφήνουν επί σκηνής σπουδαία δείγματα υποκριτικού ταλέντου και συμβάλλουν τα μέγιστα στην τεράστια επιτυχία του φιλμ.


Η υπόθεση ζωντανεύει εικόνες από τα νεανικά χρόνια του Huw Morgan(τον υποδύεται ο Roddy McDowall, αλλά η φωνή ανήκει στον ηθοποιό Irving Pichel, ο οποίος δεν εμφανίζεται!). Έτσι, θα δούμε να ξετυλίγονται τα δραματικά γεγονότα που συνέβησαν στο  Rhondda Valley της Ουαλίας και που σημάδεψαν την ζωή του πρωταγωνιστή. Η σκληρή ζωή στα ανθρακωρυχεία και οι συγκρούσεις με τους εργοδότες για μια καλύτερη διαβίωση και ανθρώπινες συνθήκες εργασίας, οι μεγάλες απεργίες που οδήγησαν στην δημιουργία των πρώτων συνδικαλιστικών οργάνων, αλλά και ο λανθασμένος προσδιορισμός της θρησκείας, από μια μερίδα ξεχασμένων ψυχών, είναι το επίκεντρο αυτής της ιστορίας. Μαζί πλέκεται και ένας έρωτας που λόγω συνθηκών θα μείνει ανεκπλήρωτος. Ο μικρός Χιου είναι η κάμερα του Φόρντ, μέσα από τα μάτια του οποίου γυρίζουν οι σκονισμένες από κάρβουνο σελίδες, όλων αυτών των ζωών. Είναι μια ρεαλιστική μινιατούρα του μικρόκοσμου μιας ομάδας ανθρώπων, που προσπαθούν να επιβιώσουν, χάνοντας και κερδίζοντας καθημερινά, πρόσωπα, ιδανικά, ακόμη και τον πρωταρχικό σκοπό τους. Τραγικές φιγούρες και με έξοχες ερμηνείες, οι γονείς της πολυμελούς οικογένειας, γύρω από την οποία περιστρέφεται το σενάριο. Η ταινία είναι επίκαιρη όσο ποτέ, αυτές τις μέρες… Αμφιβάλω αν οι σημερινοί συνδικαλιστές, εργατοπατέρες και εκπρόσωποι των κομμάτων, έχουν έστω δει μερικά πλάνα από αυτό το φιλμ. Αν είχαν δει, θα έπρατταν σαφώς διαφορετικά…


Η διάρκεια της ταινίας είναι 118 λεπτά. Τα βραβεία Όσκαρ που κέρδισε, ήταν καλύτερου φιλμ(Darryl F. Zanuck), σκηνοθεσίας(John Ford), δεύτερου ανδρικού ρόλου(Donald Crisp), φωτογραφίας που αν και ασπρόμαυρη είναι αριστουργηματική, όπωςάλλωστε μπορείτε να διαπιστώσετε και στις αποσπασματικές φωτογραφίες του άρθρου(Arthur C. Miller) και καλλιτεχνικής διεύθυνσης(Richard Day, Nathan H. Juran και Thomas Little). Διεκδίκησε ακόμη, αυτά των καλύτερου διασκευασμένου σεναρίου, δεύτερου γυναικείου ρόλου, μοντάζ, μουσικής επένδυσης και ηχοληψίας. Βρίσκεται στην λίστα του Αμερικάνικου Κινηματογραφικού Ινστιτούτου, με τα 100 καλύτερα φιλμ όλων των εποχών, ενώ τον Μάρτιο του 1922 ανέβηκε και στο σανίδι του Broadway, στο Ford Theatre, με πρωταγωνιστές τους Sara Allgood, Donald Crisp, Roddy McDowell, Maureen O’Hara και Walter Pidgeon. Γνώρισε τρείς ακόμη θεατρικές διασκευές. Σε μια από αυτές το 1947, πρωταγωνιστεί ο Βρετανός ηθοποιός David Niven, ενώ σε αυτήν του 1954 εμφανίζεται μεταξύ άλλων και η Donna Reed.


Η επιτυχία του βιβλίου και της ταινίας, οδήγησαν τον συγγραφέα Richard Llewellyn να προχωρήσει σε δύο ακόμη βιβλία, που περιστρέφονται σαν θεματολογία στο How Green was My Valley. Πρόκειται για τα The Proud Valley και The Stars Look Down, που πήγαν πολύ καλά εξίσου σε πωλήσεις, αλλά δεν μεταφέρθηκαν στον κινηματογράφο. Θα λέγαμε ότι σαν συνολική δημιουργία, αυτή η τριλογία φέρνει αρκετά στο ύφος των βιβλίων του Στάινμπεκ, όπου οι κοιλάδες και τα ψαροχώρια της Καλιφόρνια, αντικαθιστώνται από τα βουνά και τα φουγάρα των ανθρακωρυχείων. Οι ίδιες κοινωνικές προεκτάσεις, οι ίδιοι πόθοι και τα ίδια καθημερινά, χορταριασμένα μονοπάτια, που δείχνουν καλά κρυμμένα στο κάθε ανθρώπινο πέρασμα. Ο θεσμός της οικογένειας και η έννοια της φιλίας δοκιμάζονται, αλλά στο τέλος του δρόμου στέκονται οι αποφάσεις… Απλά, κάτι τέτοιες στιγμές σε κάνει να αναρωτιέσαι που πήγε ο χρόνος… Ο Φόρντ είχε ήδη μεταφέρει τα «Σταφύλια της Οργής»(Grapes of Wrath, με τον αξεπέραστο Henry Fonda), οπότε ήξερε καλά πώς να διαχειριστεί το υλικό και αυτής της νουβέλας.


Το αυθεντικό trailer της ταινίας.


Αποσπασματικό βίντεο της ταινίας.

Και η ταινία ολόκληρη, για να μην είναι κανείς παραπονεμένος!

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: