Αρχεία Ιστολογίου

«Η βασίλισσα του Έλ Πάσο»- The ballad of Jossie(1967)

Φεμινιστικού ύφους κωμωδία, με ψήγματα κοινωνικών μηνυμάτων, γυρισμένη από τον κατ’ εξοχή σκηνοθέτη ταινιών γουέστερν Andrew V. McLaglen, που είχε μια προτίμηση στην ελαφριάς μορφής διακωμώδηση εκείνων των χρόνων(κολτ, παράνομοι, σερίφηδες, γελάδια και ινδιάνοι, μεταξύ άλλων). Προσεγμένη και αυτή του η δουλειά. Οι επιλογές του ήταν καλές, ειδικά όσων αφορά στην πρωταγωνίστρια. Η Doris Day παίρνει πάνω της το μεγαλύτερο τμήμα του φιλμ, με το χαρακτηριστικό ναζιάρικο(και ολίγο από παράπονο), στυλ. Αν και στη δύση της μεγάλης της καριέρας, είναι και εδώ εξαιρετική. Η ταινία δεν είχε την απήχηση που προσδοκούσε η Universal αλλά αυτό έγκειται σε άλλους παράγοντες και, όχι στην ίδια την ταινία. Σημαντικό ρόλο έπαιξε το χρονικό σημείο, κι όχι το θέμα, ή οι ερμηνείες. Σε αυτά δεν έπασχε το “The ballad of Josie”. Το 1967 όμως, το Αμερικάνικο γουέστερν βρισκόταν υπό καθεστώς Ιταλικής ερμηνείας και, δεν διέσχιζε τις πιο ευρηματικές του στιγμές. Αντίθετα, βάδιζε σε αχνάρια παρακμής.

Γεννημένος στο Λονδίνο, ο Andrew V. McLaglen μετακόμισε οικογενειακώς στην Αμερική στην δεκαετία του ’20, αλλάζοντας εκτός από χώρα και αντιλήψεις, κάτι που αποτυπώθηκε στο κινηματογραφικό πανί στην διάρκεια της καριέρας του. Οι γονείς και οι θείοι ήταν ηθοποιοί και, οι παραστάσεις που πήρε στα πλατό παρακολουθώντας τα γυρίσματα ταινιών δίπλα στους John Wayne και, John Ford, αποδείχτηκαν σημαντικές για την συνέχεια. Ο Φόρντ τον έχρισε βοηθό σκηνοθέτη στο θαυμάσιο The Quiet Man(1950). Η δε γνωριμία του με τον Γουέην, τον έφερε στα πλατό του Gun the Man Down (1956), σε ρόλο σκηνοθέτη, προμοτάροντας τότε τον James Arness, φίλο προσωπικό του «Δούκα», ο οποίος και πέρασε στην τηλεοπτική ιστορίας μάρσαλ Ντίλον στο “Gunsmoke”. Οι βάσεις του σκηνοθέτη ήταν καθαρά γουέστερν και καθόρισαν την πορεία του ως κινηματογραφιστή. Με τον Γουέην γύρισε τα McLintock!(1963), Hellfighters(1968), The Undefeated(1969), Chisum (1970), και, Cahill U.S. Marshal(1971), ενώ με τον Τζαίημς Στιούαρτ τα Shenandoah(1965), The Rare Breed(1966), Bandolero! (1968), και, Fools’ Parade(1971). Στάθηκε άτυχος γιατί την εποχή που ξεκίνησε να γυρίζει γουέστερν, το είδος είχε πάρει καθοδική πορεία, ελλείψει νέων ιδεών. Με τέτοιες εμπειρίες ο McLaglen και, τέτοιες συνεργασίες, θα μπορούσε να συγκαταλέγεται μεταξύ των σημαντικότερων σκηνοθετών ταινιών γουέστερν, αν… είχε γεννηθεί λίγα χρόνια πριν. Σαν χαρακτηριστικά στοιχεία, διακρίνει κανείς το χιούμορ και την έμφαση του στα πλάνα όπου απεικονίζεται ως πρωταγωνιστής η φύση. Η κωμωδία του πήγαινε πολύ.

https://en.wikipedia.org/wiki/Andrew_V._McLaglen

KONICA MINOLTA DIGITAL CAMERA

Ενάμιση περίπου χρόνο πριν αποχωρήσει από τα κινηματογραφικά πλατό, η χαρισματική Doris Day, λατρεμένη για τουλάχιστον δύο γενιές Αμερικανών, επιστρέφει σε ένα είδος που της χάρισε πολύ μεγάλη επιτυχία. 14 χρόνια μετά την καταπληκτική εμφάνιση της στο μιούζικαλ Calamity Jane(το Secret Love κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου τραγουδιού εκείνη την χρονιά), η Άγρια Δύση υποδέχεται ξανά την ταλαντούχα ηθοποιό και τραγουδίστρια. Αυτή τη φορά με μια σαφώς μονοδιάστατη παρουσία, σε σύγκριση πάντα με εκείνην του ’53, αλλά πολύ ώριμη και με αρκετά κέφια. Τα πηγαίνει πολύ καλά στον ρόλο της φεμινίστριας χήρας που τα βάζει με όλους για να αναθρέψει αξιοπρεπώς το παιδί της, χωρίς τις φιλανθρωπίες κανενός, σπάζοντας παράλληλα τα κοινωνικά ταμπού της εποχής. Αυτούς τους ρόλους η Day τους είχε στο τσεπάκι. Αν υποδύονταν την δυναμική μητέρα στο Φαρ Ουέστ στην δεκαετία του ’50, η ταινία θα γνώριζε σίγουρα μεγαλύτερη επιτυχία. Εδώ όμως, εν έτη 1967 όπως ανέφερα και στον πρόλογο, οι συγκυρίες δεν ήταν με το μέρος της. Γι’ αυτό και το φιλμ πέρασε μάλλον αδιάφορα από τις αίθουσες. Η Day γύρισε τρείς ακόμη ταινίες, πριν αποσυρθεί. Τα Caprice(1967), Where Were You When the Lights Went Out?, With Six You Get Eggroll(και τα δύο το’68). Στις δύο τελευταίες κέρδισε το βραβείο Laurel καλύτερης γυναικείας ερμηνείας(το αντίστοιχο των Όσκαρ για κωμωδίες). Ιδανικός ίσως επίλογος, για μια πολύ μεγάλη καριέρα. Ενδεχομένως με ένα μικρό παράπονο, αφού στην διάρκεια της κέρδισε μόνο υποψηφιότητες και, όχι Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου, το οποίο και άξιζε σε τουλάχιστον 3-4 ερμηνείες της. Οι 39 ταινίες τις οποίες σφράγισε με την παρουσία της, ήταν μια και μια. Θα την θυμόμαστε όλοι σαν ένα από τα πιο ζωντανά, κεφάτα πλάσματα που εμφανίστηκαν ποτέ μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό. Με μπρίο, δυναμισμό, χιούμορ και γλυκό χαμόγελο, άφησε το δικό της στίγμα στον χώρο του θεάματος, λαμπερό και μοναδικό, όπως και η ίδια. Θα μείνει αξέχαστη ως Μάρτζορι Γουίνφιλντ, στα On Moonlight Bay(1951), και, By the Light of the Silvery Moon(1952), όπως και στα Calamity Jane(1953), Young at Heart(1954), Teacher’s Pet(1957), και, Pillow Talk(1959). Από τις ηθοποιούς εκείνες με εντελώς προσωπικό ύφος στο παίξιμο, που δεν βαριέσαι να δεις και να ξαναδείς στις ίδιες ταινίες. Πάντα θα βρεις ένα καινούργιο λόγο για να την θαυμάσεις.

https://en.wikipedia.org/wiki/Doris_Day

https://en.wikipedia.org/wiki/Doris_Day_filmography

Το “The ballad of Josie” έγραψε ο σεναριογράφος Harold Swanton, ενώ την παραγωγή επιμελήθηκε ο Norman MacDonnell με τον Martin Melcher. Ωραία και η μουσική υπόκρουση του έμπειρου Frank De Vol, όπως και η φωτογραφία του Milton R. Krasner. Παρτενέρ της Doris Day ο Peter Graves, στον ρόλο του εύπορου κτηνοτρόφου που θέλει να  βοηθήσει την χήρα, αλλά έχει και πολιτικές βλέψεις. Τα πηγαίνει καλά είναι αλήθεια. Το ίδιο και ο George Kennedy, σε έναν ακόμη πειστικά αντιπαθητικό ρόλο, αυτόν του κτηνοτρόφου με τις σοβινιστικές αντιλήψεις. Μεγάλος καρατερίστας ο Κένεντι. Σε συμπληρωματικούς ρόλους, εμφανίζονται και οι Andy Devine(πάντα εξαιρετικός), William Talman, David Hartman. Έχω την αίσθηση ότι η Universal Studios και οι δύο παραγωγοί έπραξαν λάθος στο καστ. Έχοντας για πρωταγωνίστρια την Doris Day, όφειλαν να την πλαισιώσουν με αντίστοιχης παιδείας ηθοποιούς, για να μπορέσει τόσο εκείνη, όσο και η ταινία, να ανέβει επίπεδο. Από ότι αποδείχτηκε όμως στην πράξη δυστυχώς, το φιλμ  αποτέλεσε μια ακόμη ιδέα  που δεν αξιοποιήθηκε στο έπακρο. Στην χώρα μας προβλήθηκε με τίτλο «Η βασίλισσα του Έλ Πάσο».

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η περιοχή των Αραπάχο με τα απέραντα βοσκοτόπια, ετοιμάζεται να προσχωρήσει στην Ένωση ως τμήμα της πολιτείας  του Γουαιόμινγκ. Κι ενώ οι διαπραγματεύσεις βρίσκονται σε εξέλιξη, ο δικαστής Λόρντ προτείνει να αφαιρεθεί το δικαίωμα ψήφου από τις γυναίκες της περιοχής προσωρινά, ώστε στην επικείμενη ψηφοφορία να ασκήσουν το εκλογικό τους δικαίωμα μόνον οι άνδρες. Ως πολέμιος της πρότασης αυτής, η χήρα Μίνικ αποφασίζει να πάρει την κατάσταση στα χέρια της και, να αποδείξει στην ανδροκρατούμενη γειτονιά της ότι μπορεί να γίνει και εκείνη κτηνοτρόφος, με μάλλον λάθος επιλογή… ζώων, αφού τα πρόβατα αποτελούν το κόκκινο πανί για όλους τους συμπολίτες της. Η Τζόζι όμως, έχει πολύ μεγαλύτερο κίνητρο, να πάρει πίσω τον μικρό της γιό αποδεικνύοντας ότι έχει την οικονομική δυνατότητα να τον αναθρέψει…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Στα ίχνη της γάτας» – Track of the cat(1954)

Σπουδαία ταινία, με καταπληκτικές ερμηνείες. Ιδιαίτερα άβολο βέβαια να την προλογίσει κανείς, αφού ακόμη και υπερθεματίζοντας στον λόγο, ή αραδιάζοντας ευρηματικές φράσεις, ελλοχεύει πάντα ο κίνδυνος η περιγραφή να δείχνει φτωχή απέναντι στην εικόνα. Το σίγουρο είναι πως πρόκειται για “δύσκολο”, ή “βαρύ” φιλμ, όπως συνήθως αποκαλούνται αυτές οι δημιουργίες. Ταινία αξιώσεων, πολύ μακριά από τον σωρό, ή τις μετριότητες. Διαμαντάκι με άλλα λόγια, σκονισμένο και αρκετά αδικημένο(και στα χρόνια του και στα δικά μας, για διαφορετικούς λόγους). Γουέστερν το υπόβαθρο, όσων αφορά στην χρονική περίοδο που διαδραματίζεται, με συγκλονιστικές δραματικές πτυχές, τις οποίες επιχειρεί να φέρει στο φως, τραβώντας τες μακριά από την εσωστρέφεια. Θα ήταν σημαντική εμπειρία για τους θεατρόφιλους, αν ανέβαινε στο σανίδι.  Και η κινηματογραφική του όμως υπόσταση είναι εξίσου δυνατή. Έχει μια όψη σύγχρονης παραβολής, με την τραγικότητα του καθενός να δεσπόζει στο προσωπικό του κεφάλαιο αμαρτημάτων. Ο θεατής θα χρειαστεί να το δει παραπάνω από μια φορά, προκειμένου να βιώσει στο πετσί του την μοιραία τούτη δίνη των κατ’ οίκον εξομολογήσεων. Αν τα πιο πάνω σας προβλημάτισαν ήδη και ξεμακραίνουν από εκείνα που ζητάτε σε ένα γουέστερν, αφήστε το καλύτερα. Αν πάλι θέλετε να μπείτε σε έναν θαυμαστό κόσμο υποκριτικού μεγαλείου, αφεθείτε στην μαγεία του “Track of the cat”.

Μια ιστορία που βάζει στόχο από εξαρχής τα κάθε μορφής γουέστερν – στερεότυπα, στοχεύοντας κατευθείαν στο μεδούλι του ψυχισμού καθενός εκ των ηρώων της. Βγαλμένη από τα μικρά οικογενειακά μυστικά, αυτά που κατασπαράζουν τις αντιστάσεις μέσα σε μανδύες “ηθικής” και άκρατων εγωισμών, σβήνοντας όπως τα πάθη, σε μια βροχή πεφταστέρια. Ρεαλιστικά γυμνή απέναντι στην υποκρισία, με θυμό που παίρνει διαστάσεις οργής και, την προδιαγεγραμμένη τραγωδία να πέφτει στην χαράδρα της ματαιοδοξίας. Η μητέρα θάβει καθημερινά τα παιδιά της με τον αυταρχισμό για φτυάρι, ταΐζοντας την διαταραγμένη της προσωπικότητα μέσα στην κατά το δοκούν ερμηνεία της Βίβλου. Ένα άλλοθι που καλλιεργεί επιλεκτικά σαν ασπίδα στις φοβίες και στις ανασφάλειες της, αδιαφορώντας για την ψυχή των ίδιων της των παιδιών. Είναι η απόλυτα τραγική φιγούρα στην εξέλιξη του δράματος, η προσωποποίηση της παροιμίας «όποιος σπέρνει ανέμους, θερίζει θύελλες». Σίγουρα δεν επιδιώκει την μορφή του φινάλε, αντίθετα, μάλλον την απεύχεται. Όμως η προσευχή της δεν έχει την δύναμη να εμποδίσει τίποτα, παρά μόνο να καθυστερήσει το μοιραίο. Ο χαμένος μέσα στα ατελείωτα μπουκάλια ουίσκι πατέρας, που όλο του κρύβουν αλλά πάντα τα ανακαλύπτει, κουβαλάει το βάρος των υπεκφυγών, της δειλίας και των ανύπαρκτων του φραγμών του,  σε ένα ανήφορο χωρίς εξιλέωση. Συνυπεύθυνος για την ψυχική παραμόρφωση των παιδιών του, καταφεύγει σε παραληρήματα εγωιστικής μετάνοιας, έχοντας ισοπεδώσει προηγουμένως κάθε τι ανθρώπινο μέσα του. Η γεροντοκόρη θυγατέρα, έρμαιο στον απόηχο της προδιαγεγραμμένης καταστροφικά πορείας όλων, είναι η μόνη που αντέχει να κατονομάσει τις αδυναμίες της, αποφεύγοντας τη γλυκιά γεύση της δικαιολογίας. Οι τρείς αδελφοί της, αναλαμβάνουν να δώσουν σάρκα και οστά στους αντίστοιχους εφιάλτες της μητριαρχικής οικογένειας: στην απληστία, την αγνότητα και, την εκδίκηση.  Τέλος, ο γέρο ινδιάνος που απλώνει τις δοξασίες της φυλής του στο χιόνι, είναι  εκείνος που θα παίξει τον σημαντικότερο ρόλο στο θανάσιμο κυνήγι του μαύρου πάνθηρα, πλάθοντας μορφές εχθρών και φίλων.

Πλήθος συμβολισμών κατακλύζουν τα πλάνα. Η ξύλινη μορφή του πάνθηρα σε λευκής απόχρωσης ξύλο, έτσι όπως είναι σμιλεμένη από τον μεγάλο αδελφό, καθώς τυλίγεται στις φλόγες της μικρής σπηλιάς αλλάζει χρώμα, για να μεταμορφωθεί στην μαύρη χίμαιρα της υποκρισίας και της υστεροφημίας. Η φωτογραφία του William H. Clothier είναι πολύ καλή, κυρίως στις γωνίες λήψης μέσα από τις οποίες επιλέγει να προβάλει σκηνές με ξεχωριστή βαρύτητα στο σενάριο. Ο καμένος κορμός του δέντρου στο φινάλε, που προβάλλει με φόντο τους κατάλευκους πρόποδες του βουνού, είναι ευρηματικό ως σύλληψη και χαρισματικό ως εκτέλεση. Καλή και η μουσική υπόκρουση  του Roy Webb, κάνει ακόμη πιο θεατρικό το κλίμα της ταινίας. Την παραγωγή έκαναν οι Robert Fellows και John Wayne, ενώ η ταινία φέρει την υπογραφή των στούντιο της Warner Bros. Να πούμε εδώ για τον Wayne, ότι μαζί με τον Fellows είχαν συστήσει την εταιρεία παραγωγής Wayne/Fellows Productions. Καρπός της συνεργασίας των δύο, μεταξύ άλλων, ήταν και τα Big Jim McLain, McQ. Ήταν η δεύτερη απόπειρα του ηθοποιού στον χώρο της παραγωγής. Η πρώτη είχε αφετηρία το 1948 με το φιλμ Wake of the Red Witch, όταν η τότε εταιρεία του ονομάζονταν Batjac. Η μεγαλύτερη επιτυχία που γνώρισε η Batjac, ήρθε με το επικό The Alamo(1960). Το “Track of the cat” προήλθε από σεναριακή προσαρμογή της ομώνυμης νουβέλας του Walter Van Tilburg Clark και, την οποία επιμελήθηκε ένας Ελληνο-Αρμένιος, ο A.I. Bezzerides. Η πένα του Μπερζερίδη ήταν εξαιρετική. Έγραψε σπουδαία σενάρια και βιβλία. Ξεχωρίζουν τα They Drive by Night (1940), Desert Fury (1947), Thieves’ Highway (1949), On Dangerous Ground (1952), και, Beneath the 12 Mile Reef (1953). Η πρώτη του δουλειά στον κινηματογράφο, ήταν με το σενάριο του Juke Girl(1942 – Ann Sheridan και, Ronald Reagan), ενώ η κορυφαία του στιγμή ήταν με το αριστουργηματικό και ιδιαιτέρως επιδραστικό νουάρ Kiss Me Deadly (1955).

Την ταινία σκηνοθέτησε ο βραβευμένος με Όσκαρ καλύτερης σκηνοθεσίας William A. Wellman(για το A Star Is Born ). Ο Wellman γύρισε πολλές και καλές ταινίες. Όμως, αν εξαιρέσουμε τα Wings (1927), A Star Is Born, Magic Town (1947) και, Yellow Sky (1948), δεν έκανε την μεγάλη εκείνη καριέρα που υπόσχονταν μέχρι το ’50 τουλάχιστον η πορεία του. Για να μην παρεξηγηθώ, δεν θεωρώ υποδεέστερες ταινίες τα The Public Enemy (1931), The Call of the Wild (1935), ή το The Great Man’s Lady (1942). Κανένα τους όμως δεν τον πήγε στο παραπάνω βήμα, εκείνο της καταξίωσης μεταξύ των κορυφαίων της γενιάς του. Η καινοτομία που άφησε πίσω του, ήταν ο τρόπος με τον οποίο κατάφερε να στηρίξει την κάμερα για λήψεις εναέριες(σε αεροσκάφη κυρίως), η οποία έκανε για πρώτη φορά την εμφάνιση της στο περίφημο Wings (1927), και που έκτοτε χρησιμοποιήθηκε από πολλούς συναδέλφους του κατά κόρον(ειδικά σε πολεμικά φιλμ). Ο Wellman  που σημειωτέων ήταν πιλότος μαχητικού αεροσκάφους στον πρώτο παγκόσμιο πόλεμο και, έπαιξε το 1919 στο Evangeline του Raoul Walsh, σε μια ταινία που του ξύπνησε σίγουρα μνήμες από τις αερομαχίες του παρελθόντος. Θήτευσε μάλιστα και στην πολεμική αεροπορία των Η.Π.Α. ως εκπαιδευτής πιλότων, μέχρι να ανοίξει τα κινηματογραφικά του φτερά. Στο “Track of the cat” αντιμετώπισε δυσκολίες, κυρίως στον έλεγχο των πρωταγωνιστών του, αλλά και στο θεατρικού τύπου σενάριο, που τον περιόριζε στους τοίχους του σπιτιού των Μπρίτζες. Υπάρχουν στιγμές που ανοίγει ωραία το πλάνο στα δωμάτια και, άλλες πάλι που η κάμερα μοιάζει αμήχανη, μη γνωρίζοντας που να εστιάσει. Είναι φανερό ότι αυτά τα φιλμ δεν τα είχε, όπως λέμε συνήθως. Δεν τα πήγε βέβαια άσχημα, κάτι που μαρτυρούν και οι καλές κριτικές που δέχτηκε, όπως και τα εισιτήρια που έκοψε η ταινία.

https://en.wikipedia.org/wiki/William_A._Wellman

Καλή η Teresa Wright ως γεροντοκόρη της οικογένειας, επίσης καλή και η Diana Lynn, η Γκουέντολιν που προσπαθεί να ξεκολλήσει τον μνηστήρα της από την καταπίεση της μητέρας του, εξαιρετικός ο Tab Hunter, στον ρόλο του μικρού γιού(μνηστήρας της Γκουέντολιν), που δεν μπορεί να ορθώσει το ανάστημα του στις καταστάσεις, ακόμη και σε εκείνες που παίζουν καθοριστικό ρόλο για το μέλλον του,  πολύ καλός ο William Hopper, σε ένα δύσκολο ρόλο, αυτόν του αδελφού που πρέπει να θυσιαστεί για να ανοίξει ο δρόμος της κάθαρσης, όπως και ο Robert Mitchum, ο μεγάλος αδελφός και απόλυτος ρυθμιστής της εσωστρεφούς καταστροφικής τάσης που καθοδηγεί την οικογένεια. Όμως, οι Beulah Bondi και Philip Tonge, είναι συγκλονιστικοί στους ρόλους των γονιών. Βγάζουν  και οι δύο μια υποκριτική παιδεία άξια θαυμασμού, σε πολύ απαιτητικούς ρόλους, που χρειάζονται εμπειρία και αυτοέλεγχο. Τα ξεσπάσματα του Tonge, όταν ξυπνάει από τον λήθαργο του και, διεκδικεί ξανά τη θέση του στο οικογενειακό τραπέζι, ήταν απίθανα. Ειδικά στην σκηνή που τραγουδάει στις σκάλες απομυθοποιώντας την ίδια του την υπόσταση ως πατέρας. Κι αν με τον Tonge ο θεατής ίσως ξαφνιαστεί ευχάριστα, την Bondi σίγουρα κανείς δεν περίμενε να την δει σε αυτή την ταινία, για να βγάλει τα συμπεράσματα του. Πολύ μεγάλη ηθοποιός. Και που δεν έχει παίξει. The Trail of the Lonesome Pine(1936), The Gorgeous Hussy(1936), Of Human Hearts(1938), Vivacious Lady(1938), Mr. Smith Goes to Washington(1939), Remember the Night(1940), The Shepherd of the Hills(1941), It’s a Wonderful Life(1946), So Dear to My Heart(1938), The Furies(1950) και σε πάρα πολλές ακόμη, υπέροχες ταινίες. Ιδανική για ρόλους μητέρας σε δράματα, όπως και κομεντί. Κατ’ εμέ θα έπρεπε να έχει κερδίσει τουλάχιστον 2 Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου, αλλά… πικραμένη ιστορία αυτή. Στο “Track of the cat” στρέφει κυριολεκτικά όλα τα βλέμματα πάνω της. Παραφράζει τα εδάφια της Αγίας Γραφής και τους ψαλμούς της Βίβλου, καταδυναστεύει τους πάντες, με ένα πρόσωπο που αποκλείεται να το ξεχάσετε εύκολα, ώρες μετά την προβολή του φιλμ. Μοναδική απλά.

https://en.wikipedia.org/wiki/Philip_Tonge

https://en.wikipedia.org/wiki/Beulah_Bondi

https://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Mitchum

https://en.wikipedia.org/wiki/Teresa_Wright

https://en.wikipedia.org/wiki/Diana_Lynn

https://en.wikipedia.org/wiki/Tab_Hunter

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Στις ορεινές βουνοπλαγιές της Βόρειας Καλιφόρνια ζουν οι Μπρίτζες. Μια οικογένεια που έμαθε να βαδίζει στο δρόμο του «διαίρει και βασίλευε», αγνοώντας νόμους και κανόνες, χτίζοντας τον δικό της μύθο σκληρών κτηνοτρόφων με εύπλαστες αξίες. Η φιγούρα της μητέρας, μοιάζει να στοιχειώνει κάθε μορφής αντίσταση στο πεπρωμένο για τα τρία από τα τέσσερα της παιδιά. Βλέπουν τα όνειρα τους να καταστρέφονται μέρα με την ήμερα, τα χρόνια να περνούν και τις ελπίδες να λιγοστεύουν. Το τέταρτο παιδί των Μπρίτζες, ο μεγάλος γιός, επιβάλλεται με την στήριξη της μητέρας του ως ο κυρίαρχος όλων. Ο πατέρας, έχοντας παραδώσει κάθε του ενδοιασμό στο αλκοόλ, περιμένει καρτερικά τον θλιβερό επίλογο. Κι ενώ όλα μοιάζουν βαλμένα σαν διακοσμητικά πάνω από το πέτρινο τζάκι, η Γκουέν, μια θαμπή αχτίδα αισιοδοξίας θα τους κτυπήσει την πόρτα, ζητώντας μια θέση στην καρδιά του μικρού γιού. Τότε, με τα πρώτα χιόνια, έρχεται η ώρα για να ζωντανέψει μια αρχέγονη εκδίκηση. Ο «μαύρος πάνθηρας» αμφισβητεί κάθε εξουσία, ψυχική και σωματική. Είναι το ουρλιαχτό της λύτρωσης, μέσα από τους χειρότερους εφιάλτες όλων…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018