Αρχεία Ιστολογίου

«Κουράστηκα να σκοτώνω» – The fastest gun alive(1956)

Από αυτές τις περιπτώσεις ταινιών που συνιστούν κατηγορία από μόνες τους και, σίγουρα μέσα στα 20 καλύτερα γουέστερν της δεκαετίας του ’50, της πλέον ανταγωνιστικής/ποιοτικής περιόδου για το είδος. Έχω δει εκατοντάδες γουέστερν, ειδικά εδώ και μερικά χρόνια που ασχολούμαι με τις μεταφράσεις. Μπορώ να θυμηθώ 7-8 από εκείνα που με εντυπωσίασαν σε αυτό το διάστημα. Το “The fastest gun alive” από χθες βρίσκεται ανάμεσα τους. Οι λόγοι είναι πολλοί, σαφώς προσωπικοί. Πάντοτε η υποκειμενικότητα θα καθοδηγεί την σύνταξη παρόμοιων και όχι μόνον κειμένων. Πιο κάτω θα επιχειρήσω να τους αναλύσω. Κλείνοντας με αυτόν τον σύντομο πρόλογο, θεωρώ την ταινία θαυμάσια, ξεχωριστή, άξιο εκπρόσωπο των δυνατών στιγμών που μας χάρισαν τα γουέστερν ως κινηματογραφικό είδος. Και, ναι, εδώ μπορώ να το πω. Είναι από τα φιλμ εκείνα που αν δεν τα δεις χάνεις πράγματα. Το πόσο σημαντικά ή όχι, εναπόκειται στην κρίση του καθενός.

Αυτά που θεωρούνται ως ζητούμενα από μια ταινία, διατηρούν και διαιωνίζουν την μοναδικότητα μας ως οντότητες. Οι προσωπικές που απαιτήσεις έχουν μια πολυπλοκότητα. Από ένα γουέστερν επί παραδείγματι, θέλω τόσο την ένταση, όσο και τα συναισθήματα. Να μην περιορίζεται σε ανούσιο, προβλέψιμα βαρετό πιστολίδι, αλλά να εστιάζει και στον ψυχισμό των χαρακτήρων, όπως και στην επίδραση των στιγμιαίων αποφάσεων ενός στις ζωές μιας οικογένειας, ή μιας κοινωνίας. Να συνυπάρχει η δράση και η σεναριακή αγωνία, με την εναλλαγή κινήτρων, ενοχών, σκέψεων. Και, φυσικά, να διαθέτει μια πρωτοτυπία σαν αφήγηση. Από εκεί και πέρα είναι οι ερμηνείες(χωρίς τα ονόματα των ηθοποιών να με παροτρύνουν στο να δω ή όχι μια ταινία), η σκηνοθεσία, η φωτογραφία, το μονταζ, η μουσική. Όλα τους με μια βαρύτητα στα δάχτυλα, τη στιγμή που πληκτρολογούν το κείμενο μιας παρουσίασης. Μπορώ πρόχειρα να θυμηθώ το “A lonely man”, με την γοητευτική αντίθεση χαρακτήρων πάνω στην οποία κινούνταν(ο Πάλανς κι ο Πέρκινς εκπροσωπούσαν δύο εντελώς διαφορετικές ερμηνευτικές σχολές), το “Dawn at Socorro” του ’54, με τον καλύτερο Ρόρι Καλχούν που έχω δει σε τέτοια φιλμ, ή το “Gunman’s walk”, κορυφαίο δραματικό γουέστερν.  Όλα τους διέθεταν πολλά από τα πιο πάνω στοιχεία. Όπως και το “The fastest gun alive”, προσεγμένη και ιδιαίτερη δημιουργία. Το οποίο ειρήσθω εν παρόδω σφαγιάστηκε μεταφραστικά, βγαίνοντας στις Ελληνικές αίθουσες ως… “Βαρέθηκα να σκοτώνω”. Χαρακτηριστική περίπτωση αλλοίωσης του αρχικού τίτλου, που ενδεχομένως να οδήγησε και σε εισπρακτική αποτυχία στη χώρα μας(στην Αμερική συνέβη το αντίθετο – 3,5 εκ.δολάρια εισπράξεις), παρά το γεγονός της παρουσίας στο καστ ενός ηθοποιού όπως ο Γκλέν Φόρντ.

Ας ξεκινήσουμε με την ραχοκοκαλιά μιας ταινίας, το σενάριο. Κι εδώ έχουμε κάτι πραγματικά ευρηματικό από την πένα του Frank D. Gilroy, που είχε μεταφερθεί στην μικρή οθόνη το ’54 ως «The Last Notch»(“η τελευταία χαρακιά”, σε ελεύθερη μετάφραση – συμβαδίζει απόλυτα με όσα διαδραματίζονται επί σκηνής), και, το οποίο βρίσκει τον τρόπο να περάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες τρία χρόνια αργότερα, με την συμβολή του συναδέλφου του, Russell Rouse. Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Γκιλρόι(The Subject Was Roses – 1965), ασχολήθηκε επί μακρόν με το θέατρο και, απέσπασε 2 βραβεία Tony(τα αντίστοιχα θεατρικά Όσκαρ), μεταξύ άλλων. Πολύ δυνατή πένα, με έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα του εκάστοτε δράματος, αλλά και στο αντίκτυπο των πράξεων του σε όσους τον περιβάλλουν. Συνεπώς καταλαβαίνει κανείς από το βιογραφικό του και μόνο, ότι δεν θα υπέγραφε ποτέ κάτι κοινότυπο, όπως άλλωστε συμβαίνει κι εδώ. Από τις λίγες κινηματογραφικές του δουλειές θυμάμαι το From Noon till Three του ’76 με τον Μπρόνσον. Ο Ράουζ συμπλήρωσε εξαιρετικά την γραφή του Γκίλροι. Έχοντας ασχοληθεί για πολλά χρόνια με τα νουάρ, γράφοντας μάλιστα ορισμένα θαυμάσια σενάρια( “D.O.A” για τον Rudolph Maté κ.α.), επιχείρησε και σε ένα βαθμό το πέτυχε, να παντρέψει την οπτική των αστυνομικών αυτών ταινιών με το σαφώς πιο παραδοσιακό και συντηρητικό είδος των γουέστερν. Οι δουλειές του διακρίνονται από ένα δυναμισμό και μια ταχύτητα σκέψης. Ωραία πλάνα, έξοχη φωτογραφία. Αυτός ήταν που επέμεινε να γυριστεί ασπρόμαυρο το  “The fastest gun alive”, όπως και στην επιλογή του Γκλέν Φόρντ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα συνιστούσα να τον γνωρίετε μέσα από φιλμ όπως τα The Town Went Wild(1944), The Well(1951), The Thief (1952), Wicked Woman(1953) και, New York Confidential(1955).

https://en.wikipedia.org/wiki/Frank_D._Gilroy

https://en.wikipedia.org/wiki/Russell_Rouse

Την παραγωγή για λογαριασμό της Metro-Goldwyn-Mayer έκανε ο Clarence Greene, το μοντάζ οι Harry V. Knapp και, Ferris Webster, την μουσική έγραψε ο André Previn, ενώ η καταπληκτική φωτογραφία είναι έργο του George J. Folsey. Νομίζω ότι για να αντιληφθεί κανείς την επιδραστική παρουσία συντελεστών όπως ο Φόλσι, αρκεί η παράθεση 4-5 ταινιών στις οποίες συμμετείχε. Meet Me in St. Louis (1944), Green Dolphin Street (1947), Adam’s Rib (1949), A Life of Her Own (1950), Seven Brides for Seven Brothers (1954). Επιμελήθηκε την φωτογραφία σε 162 συνολικά ταινίες, όλες τους μια και μια. Ας περάσουμε και στο καστ. Κατ’ αρχάς, θεωρώ την ερμηνεία του Glenn Ford ως μακράν την κορυφαία του σε γουέστερν. Πιο μέσα στο πετσί του ρόλου δεν γίνεται. Δεν υπάρχουν χαρακτηρισμοί που να σκιαγραφούν την παρουσία του μπροστά από τις κάμερες. Εντυπωσιακός αυτοέλεγχος και άνεση. Κάνει τον ρόλο να φαντάζει υπερβολικά απλός, ενώ πρόκειται για σύνθετο μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Στα κοντινά μπορεί να διακρίνει κανείς την απίστευτη ένταση με την οποία τροφοδοτεί το πρόσωπο του, τον ιδρώτα, το τρεμούλιασμα στο στόμα, τις λέξεις που βγαίνουν τραυλίζοντας. Ακόμη και τις στιγμές που στέκεται ακίνητος ζυγίζοντας με το νου το χθες και το σήμερα, προκαλεί θαυμασμό με την πειστικότητα του. Μοναδικός ηθοποιός σε μια σπουδαία ερμηνεία. Υποδύεται έναν ταχύτατο στο τράβηγμα του πιστολιού, που εντούτοις μισεί τα όπλα και ότι αυτά συμβολίζουν. Ένα από αυτά άλλωστε, έκοψε και το νήμα της ζωής του πατέρα του. Όσο απομακρύνεται, τόσο εκείνα τον ζυγώνουν, προκαλώντας ένα πυρετό αναμνήσεων, σαν από κάποιο παιχνίδι της μοίρας που είναι αναγκασμένος να παίξει ως το τέλος. Δεν νομίζω ότι περιμένατε να διαβάσετε τούτες τις γραμμές, για να ανακαλύψετε τις υποκριτικές δυνατότητες του Φόρντ. Όμως σίγουρα χωρίς αυτή του την ερμηνεία, δεν θα έχετε δει τα υποκριτικά του όρια…

https://en.wikipedia.org/wiki/George_J._Folsey

https://en.wikipedia.org/wiki/Andr%C3%A9_Previn

https://en.wikipedia.org/wiki/Glenn_Ford

Δίπλα του η σύντροφος σ’ αυτή την ατέρμονη αναζήτηση λήθης, η Jeanne Crain. Οπτικά μπορεί να απέχει από την εικόνα της 18χρονης που πόζαρε κατ’ απαίτηση του Orson Welles για το κάστινγκ του The Gang’s All Here το ’43, όμως η ωριμότητα της στην διαχείρηση των ψυχοφθόρων καταστάσεων που καλείται να ζήσει μέσα από τους εφιάλτες του συζύγου της, είναι αξιοθαύμαστη. Με αξιοζήλευτη και έντονη καριέρα, μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, η έφηβη που της άρεσε να κάνει πατινάζ πριν μπλέξει με τον κινηματογράφο, κατάφερε να πάρει κι ένα Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου το 1949, με το Pinky του Elia Kazan(αν δεν το έχετε ήδη κάνει, να το δείτε), σφραγίζοντας έτσι μια πληθωρική παρουσία στον χώρο του θεάματος. Margie(1946), A Letter to Three Wives(1948), Cheaper by the Dozen(1949), People Will Talk(1951), O. Henry’s Full House(1952), και, The Joker Is Wild(1957), είναι μερικές από τις καλύτερες της στιγμές. Ικανή τόσο για δραματικούς, όσο και για κωμικούς ρόλους, θα την χαρακτήριζα ως ολοκληρωμένη ηθοποιό. Φοβερός και ο Broderick Crawford(εξαιρετικός κωμικός, παρεμπιπτόντως), στον δύσκολο ρόλο του διαταραγμένου ψυχικά πιστολά, που γυρίζει και προκαλεί σε μονομαχία σκορπίζοντας τον θάνατο, για να ακούσει το πλήθος να τον αποκαλεί “το πιο γρήγορο πιστόλι”. Όταν μάλιστα αποκαλυφθεί και η πραγματική αιτία που τον ώθησε σε αυτή τη ζωή, θα αποδειχθεί και τραγική ως φιγούρα. Οι δύο ακόλουθοι του, που τον μισούν αλλά και τον φοβούνται, John Dehner και, Noah Beery, Jr. είναι κι αυτοί εξαιρετικοί. Το ίδιο και οι κάτοικοι της πόλης που προσφέρουν ένα ακόμη καταφύγιο στον βασανισμένο από ενοχές Φόρντ, Allyn Joslyn, Leif Erickson, J. M. Kerrigan(σε μικρό σχετικά ρόλο, αλλά πολύ ουσιαστικό, αυτόν του αφηγητή της θανάσιμης μονομαχίας. Συμπαθέστατος στο “Anybody seen my gal”, μεταξύ άλλων), Chubby Johnson, Chris Olsen, Russ Tamblyn(ο πιτσιρικάς που κάνει απιστευτά χορευτικά στην γιορτή και, που το ’61 θαυμάσαμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο μιούζικαλ West Side Story). Ο Paul Birch υποδύεται τον σερίφη που καταδιώκει τους τρείς ληστές με επιπλέον κίνητρο να εκδικηθεί για τον θάνατο του αδελφού του. Κι αυτός δεν έχει μεγάλο ρόλο, όμως είναι πολύ καλός εξίσου.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jeanne_Crain

https://en.wikipedia.org/wiki/Broderick_Crawford

https://en.wikipedia.org/wiki/Russ_Tamblyn

https://en.wikipedia.org/wiki/J._M._Kerrigan

Ξεχωριστή η σκηνή της τελικής αναμέτρησης και ενδεικτική της διαφορετικής νοοτροπίας σε σχέση με την τάση που ακολούθησε το ’60. Ο σκηνοθέτης δεν τραβάει τα πλάνα με συνεχή κοντινά στους δύο μονομάχους, ή στα μάτια τους. Η στιγμή που της αναλογεί είναι μετρημένη, ώστε να μην τονίζει το φινάλε, αλλά να αποτελεί απλά την τελευταία πράξη. Άλλωστε το σενάριο έχει χτιστεί γύρω από άλλα πράγματα και η βία είναι μια μόνο από τις μορφές εξιλέωσης του πρωταγωνιστή. Η ταινία δεν φιλοξενεί ατάκες από εκείνες που μένουν. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει η εικόνα, με  μερικές από τις καλύτερες σκηνές να περιμένουν τον θεατή στο άδειο από θαμώνες μπαρ, κατά την διάρκεια του Κυριακάτικου κηρύγματος. Η εκκλησία που επιλέγεται και σαν χώρος αποκαλύψεων, όταν όλοι θα χρειαστεί να επιλέξουν με ποιόν τρόπο θέλουν να μείνουν ζωντανοί και, σε βάρος τίνος. Κι εκεί είναι που θα γίνει το μεγάλο ξεκαθάρισμα απωθημένων, υποκρισίας, χαρακτήρων.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η ήρεμη επιφανειακά ζωή του ζεύγους Τέμπλ, θα διαταραχθεί από ένα μπαράζ δυσάρεστων αναμνήσεων που θα έρθουν ξαφνικά, για να συγκλονίσουν την μικρή κοινότητα και τις ζωές όλων. Ο ήρεμος καταστηματάρχης που αποφεύγει το ποτό και μισεί τα όπλα, είναι η μια όψη του Τζώρτζ. Η άλλη, καλά κρυμμένη σε ένα παρελθόν που τον κατατρώει, θα τον φέρει αντιμέτωπο με αυτό που φοβάται περισσότερο, την σύγκρουση  με το πεπρωμένο. Με το απόσπασμα να τους καταδιώκει, η συμμορία του Βίνι Χάρολντ αναζητά στη μικρή πόλη ξεκούραστα άλογα, κουβαλώντας μαζί της την δίψα μιας θανατηφόρα επιβεβαίωσης, για τον τίτλο του “πιο γρήγορου πιστολιού”…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Θάλασσα από χορτάρι» – The sea of grass(1947)

Ακόμη δεν έχω πέσει σε ταινία του Elia Kazan που να παρεκκλίνει του χαρακτηρισμού αριστούργημα, κάτι που συνεχίζεται στο “The sea of grass”. Εννιά χρόνια πριν γυρίσει ο Stevens τα έργα και ημέρες  της οικογένειας Μπένεντικτ μέσα από την επική του δημιουργία “The giant”, φωτίζοντας κάποιες από τις τραγικές πτυχές που ήρθαν στην επιφάνεια μαζί με τον “μαύρο χρυσό”, ο Kazan σκηνοθετεί ένα εξίσου ευαίσθητο θέμα, με αντίστοιχα δραματικές προεκτάσεις. Η αιματηρή διαμάχη μεταξύ κτηνοτρόφων και αγροτών που τράνταξε συθέμελα το νεοσύστατο Αμερικάνικο κράτος, αναβιώνει επί σκηνής για να θυμίσει στιγμές εύθραυστων ισορροπιών και, οδυνηρών αποφάσεων. Βασισμένο στο ομώνυμο βιβλίο του Conrad Richter, το φιλμ επιλέγει να κινηθεί εντός των ορίων της ταραγμένης ζωής μιας οικογένειας, των Μπρούτον. Μέσα από την δική τους τραγωδία, ο θεατής γνωρίζει μια διαφορετική αφήγηση, αρκετά ρεαλιστική και πιστή στα γεγονότα. Ταινία που έχει να δώσει πολλά με το σθένος των πρωταγωνιστών της απέναντι σε μια σειρά από θυελλώδεις εξέλιξεις, που μέχρι ένα βαθμό διαμόρφωσαν τα κοινωνικά και όχι μόνον όρια της χώρας τους. Έχει πολιτικό λόγο και ανθρώπινο πόνο. Αδικία, υπεροψία, αλαζονεία, αλλά και αληθινή συγνώμη με δύναμη ψυχής.

Αν και αποτέλεσε την πιο επιτυχημένη εμπορικά ταινία της Metro-Goldwyn-Mayer για το 1947(4,7 εκ. Δολάρια), την συνοδεύουν περίεργες και καθόλου ευχάριστες καταστάσεις. Κατ’ αρχάς, ο σκηνοθέτης είχε μεγάλες ενστάσεις ως προς την παραγωγή. Δεν είναι μόνον τα κουστούμια των ηθοποιών, τα οποία δεν είδε καν σε προσχέδια αλλά στα γυρίσματα κατευθείαν. Τον αρχικό του ενθουσιασμό μπροστά στην ιδέα να φιλμάρει τις “μεγάλες πεδιάδες”(τα περίφημα Great Plains των Rocky Mountains, στα σύνορα με τον Καναδά), διαδέχτηκε η απογοήτευση, όταν τα στούντιο της MGM του ανακοίνωσαν ότι η τοποθεσία πρέπει να αλλάξει για να μην υπάρξουν αρνητικές(;) αντιδράσεις από μερίδα των θεατών. Έτσι, χιλιάδες μέτρα ταινίας έμειναν στο συρτάρι(από τα γυρίσματα που πραγματοποίησε ο σκηνοθέτης πριν την αλλαγή πλεύσης του στούντιο). Με πολύ γκρίνια και ακόμη περισσότερες διαφωνίες, του έβγαλαν την ταινία ξινή. Γι’ αυτό και σε συνέντευξη του προέτρεψε τους φίλους και θαυμαστές να μην την δουν, θεωρώντας πως δεν αποτελεί χαρακτηριστικό δείγμα της σκηνοθετικής του φιλοσοφίας. Όσο για τις κριτικές, κινήθηκαν μεταξύ χλιαρότητας και μετριότητας, κάτι που δεν πρόσθεσε πολλά στο ήδη ποιοτικό του βιογραφικό(ούτε και των πρωταγωνιστών). Όπως ήταν αναμενόμενο(και λογικό), ο Kazan διέκοψε το συμβόλαιο του με την MGM την ίδια κιόλας χρονιά, συνεχίζοντας την καριέρα του στηνTwentieth Century Fox(με πρώτο φιλμ το δικαστικό δράμα Boomerang!). Για έναν τόσο επιδραστικό και σημαντικό σκηνοθέτη, χαρισματικό σαν δημιουργό θα τον χαρακτήριζα, μπορεί να μιλάει κανείς για ώρες. Χαρακτηρίστηκε ως ο “σκηνοθέτης των ηθοποιών”, γιατί μπορούσε να αποσπάσει το 100% των δυνατοτήτων από τους πρωταγωνιστές του. Κέρδισε δύο Όσκαρ σκηνοθεσίας για τα Gentleman’s Agreement (1947) και, On the Waterfront (1954), ενώ τα  A Streetcar Named Desire (1951) και, On the Waterfront, είχαν από 12 υποψηφιότητες το καθένα(κερδίζοντας 4 και 8 αντίστοιχα). Η πιο μελανή σελίδα της καριέρας του δεν είχε να κάνει ακριβώς με την τέχνη που υπηρέτησε(καλλιτεχνικά αν το δούμε). Το 1952 μπροστά στα μέλη της επιτροπής Αντιαμερικανικών δραστηριοτήτων(HUAC), καταμαρτήρησε ονόματα συναδέλφων του κομμουνιστικών πεποιθήσεων. Σημαντικές πληροφορίες για τις “μεγάλες πεδιάδες”, τον συγγραφέα και τον σκηνοθέτη, ακολουθούν στους παρακάτω συνδέσμους.

https://en.wikipedia.org/wiki/Great_Plains

https://en.wikipedia.org/wiki/Conrad_Richter

https://en.wikipedia.org/wiki/Elia_Kazan

Η εποποιία των “μεγάλων πεδιάδων”, των απέραντων αυτών βοσκότοπων της Β. Αμερικής, περνάει καρέ – καρέ μέσα από τα πλάνα του “Sea of grass”. Μια πραγματική “θάλασσα από χορτάρι”(όπως προβλήθηκε στην χώρα μας), που έζησε στιγμές μεγαλοπρέπειας και σεβασμού, φθόνου και αναξιοπρέπειας. Από την μια οι κτηνοτρόφοι που προόριζαν την περιοχή αυτή για το απόλυτο βοσκοτόπι, με κορυφαίας ποιότητας χορτάρι, αποκλείοντας ταυτόχρονα κάθε άλλη χρήση του, κι από την άλλη οι αγρότες, που μη γνωρίζοντας ότι αποτελούν πρόσχημα πολιτικών φιλοδοξιών ζητούν την δυνατότητα να καλλιεργήσουν τη γη. Δύσκολο να μοιράσει κανείς το δίκιο στις δύο πλευρές. Οι μεν κτηνοτρόφοι με νοοτροπία τσιφλικά εξουσίαζαν μια τεράστια σε έκταση περιοχή, οι δε αγρότες χωρίς την παραμικρή υποστήριξη και γνώση για το έδαφος, κατάφεραν σχεδόν να το καταστρέψουν, διεκδικώντας την όμως με δημοκρατικό τρόπο. Οι φράχτες με τα συρματοπλέγματα οριοθετούν και προστατεύουν την περιουσία των αποίκων, την ίδια στιγμή που τα τα κοπάδια αποκλείονται από πηγές νερού, ή βοσκή. Που τελειώνει το δίκιο του ενός και αρχίζει του άλλου, άραγε… Αυτό το κλίμα έντασης και ερίδων, καταγράφει το βιβλίο και αποτυπώνει η ταινία. Ένα από τα δυνατά της στοιχεία, είναι ότι καταφέρνει να κινηθεί παράλληλα με το δράμα που βιώνει η οικογένεια του συνταγματάρχη Μπρούτον. Ένα δράμα που φαίνεται να πηγάζει από κάποιο είδος συναισθηματικής, ρομαντικής ίσως αδιαλλαξίας από πλευράς του πατέρα, για να πάρει απρόβλεπτα τραγικές διαστάσεις, που ως ένα σημείο φέρνουν στο νου κάτι από νέμεση. Ότι κινείται στον χρονοχώρο του πλούσιου κτηνοτρόφου, επηρεάζεται από την αδυναμία του να κατανοήσει ουσιαστικές αξίες, όπως αυτήν της ανθρώπινης ζωής. Κι όταν τελικά συμφιλιώνεται με τον ένα και μοναδικό συμβιβασμό που απέρριψε για χάρη της ανούσιας υστεροφημίας, τότε είναι που θα χαμηλώσει την ασπίδα για να δεχτεί τα χτυπήματα της μοίρας. Ίσως και εν γνώση του, κουρασμένος από την απογοήτευση και την καταστροφική πορεία που παίρνει η ζωή της οικογενείας, με θέα το λυκόφως μιας ιδεολογίας . Τότε είναι που θα βρει απαντήσεις σε ερωτήματα όπως, “αφού με αγαπάς, γιατί στρέφεσαι εναντίον μου;”

Ο Kazan είχε πάντα την φήμη πολύ επιλεκτικού κινηματογραφιστή και με αυστηρά κριτήρια, όσων αφορά στους συνεργάτες του. Μια φήμη που δικαιώνεται στο απόλυτο, αν κοιτάξει κανείς του συντελεστές που τον πλαισίωσαν σε αυτή την δουλειά. Πρώτος και καλύτερος ο μοντέρ Robert Kern, βραβευμένος με Όσκαρ καλύτερου μοντάζ για το National Velvet (1944). Από τις υπόλοιπες του υποψηφιότητες, ξεχωρίζουν τα Thin Man και, David Copperfield (1935, σε σκηνοθεσία George Cukor). Σπουδαίος μοντέρ και ο αδελφός του Hal Kern, που κέρδισε το Όσκαρ καλύτερου μοντάζ για το Gone with the Wind (1939). Διευθυντής φωτογραφίας ανέλαβε ο Harry Stradling, από οικογένεια με μεγάλη συνεισφορά στον χώρο(θείος και εγγονός), κι ο οποίος άφησε πίσω του θαυμάσιες δουλειές. The Divorce of Lady X (1938), South Riding, The Citadel (1938), Pygmalion (1938), The Lion Has Wings, Jamaica Inn (1939), Q Planes (1939), Mr. & Mrs. Smith (1941), και, πάρα πολλά ακόμη. Τη μουσική, υπέγραψε ο Herbert Stothart των 12 υποψηφιοτήτων και του ενός Όσκαρ(The Wizard of Oz), ένας από τους κορυφαίους μουσικοσυνθέτες των δεκαετιών του ’30 και του ’40. Αξίζει να δει και να ακούσει κανείς τις καταπληκτικές του μελωδίες στα Blossoms in the Dust (1941), Mrs. Miniver (1942), Madame Curie (1943), The White Cliffs of Dover (1944), και, The Picture of Dorian Gray (1945).

https://en.wikipedia.org/wiki/Robert_J._Kern

https://en.wikipedia.org/wiki/Harry_Stradling

https://en.wikipedia.org/wiki/Herbert_Stothart

Για το καστ ο Kazan έχτισε γύρω από ένα θρυλικό ζευγάρι: Katharine Hepburn και, Spencer Tracy. Με απίστευτη χημεία μεταξύ τους και δεκάδες επιτυχημένες ταινίες στο ενεργητικό του ο καθένας, είναι αυτό που πραγματικά χρειαζόταν η συγκεκριμένη παραγωγή. Υποκριτική ωριμότητα και τεράστια εμπειρία. Η Χέπμπορν στο ρόλο της συζύγου(που ποτέ της δεν έγινε εν ζωή), του πλούσιου κτηνοτρόφου Τρέισι, ανεβαίνουν μαζί σε πελώρια ύψη ερμηνευτικής. Καταπληκτικοί και οι δύο. Δίπλα τους στέκουν υπέροχοι ρολίστες. Ο Melvyn Douglas στον ρόλου του αγωνιστή δικηγόρου που θέλει εκτός από την γη να αποκτήσει και την γυναίκα του κτηνοτρόφου, ο γλυκύτατος μάγειρας του ράντσου Edgar Buchanan που θα παίξει τον ρόλο και των δύο γονιών για τα παιδιά της οικογένειας, κι ο Harry Carey, ο συμπαθής γιατρός και οικογενειακός φίλος. Μαζί τους, στους ρόλους των δύο ενήλικων παιδιών των Μπρούτον, οι Phyllis Thaxter και, Robert Walker. Είναι εξαιρετικοί όλοι στις ερμηνείες τους, άλλοτε φορτισμένοι συναισθηματικά, κι άλλοτε με δυναμισμό. Το φινάλε του φιλμ είναι πολύ συγκινητικό. Μια ακόμη πινελιά, ενδεικτική της σκηνοθετικής ευφυίας του Kazan. Το φιλμ μπορεί να μην ανήκει στα γουέστερν δράσης, να το πω έτσι, όμως δεν στερείται κι όλας. Είναι πολύ ισορροπημένα όλα στο “The sea of grass”.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ο συνταγματάρχης Τζιμ Μπρούτον, χτίζει την αυτοκρατορία του πάνω στο χορτάρι των “μεγάλων πεδιάδων” του Νέου Μεξικού, με αδιαλλαξία και πείσμα, αρνούμενος να δεχτεί τις επερχόμενες αλλαγές στην χώρα του. Με χρήμα και πολιτική επιρροή, θεωρεί ότι θα μπορεί να εμποδίζει για πάντα τους αγρότες να καλλιεργήσουν τη γη του, ακόμη κι αν αυτή αποτελεί κρατική περιουσία την οποία έχει οικειοποιηθεί. Επιβάλλοντας τον νόμο του ισχυρού ακόμη και στην ίδια του την οικογένεια, θα βρεθεί να μαζεύει τα κομμάτια της όταν χτυπήσουν οι κεραυνοί των πολιτικών επιδιώξεων…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018