Αρχεία Ιστολογίου

«Το μαστίγιο της τιμής»(Silver whip – 1953)

Θαυμάσια νουβέλα του μεγάλου συγγραφέα γουέστερν αναγνωσμάτων Jack Schaefer(που μεταξύ άλλων έχει γράψει και τα Shane, και, Monte Walsh). Η μεταφορά της στην μεγάλη οθόνη έγινε με σεβασμό στο έργο του δημιουργού και πιστά στο ύφος του βιβλίου, από τον Harmon Jones. Φέρνει έντονα στο νου παραδοσιακό γουέστερν της δεκαετίας του ’30, με τον μικρόκοσμο να βυθίζεται νωχελικά στην παραζάλη μιας παρακμής, αλλά και να κρατάει ταυτόχρονα το κερί της ελπίδας κόντρα στον δυνατό άνεμο των επιβεβλημένων αλλαγών. Θλιβερές υπάρξεις, εύκολο χρήμα, αβασάνιστες αποφάσεις, μια low life καθημερινότητα που ενίοτε διαταράσσεται για να χλευάσει και να αμφισβητήσει. Αυτή η διάθεση αυτοαναίρεσης, όπως και η κοντόφθαλμη οπτική του συνόλου, θα φωτίσει ακόμη περισσότερο το σκοτεινό μονοπάτι όλων των πρωταγωνιστών. Έξοχος ο τρόπος με τον οποίο καλύπτεται συναισθηματικά κάθε σχεδόν ατάκα, από τη σεναριακή προσαρμωγή του Jesse L. Lasky.

Ο Καναδός μοντέρ και σκηνοθέτης περνάει την ταινία από πολλά φίλτρα, διαμορφώντας έτσι ένα σύνολο διαφορετικών προτάσεων, με εναλλακτικές εκδοχές από τον τελικό αποδέκτη/θεατή. Ο λυρισμός και η γλαφυρότητα συνυπάρχουν με την βίαη και σκληρή όψη της επιβίωσης, ο νόμος παίζει το δικό του κρυφτούλι με τους επίδοξους αμφισβητίες και, τα φλερτ ανταμώνουν με γεύσεις περιπέτειας και κινδύνου. Το “ασημένιο μαστίγιο” συμβολίζει το τελευταίο στάδιο της μεταμόρφωσης, στην οποία οφείλει να υποβληθεί ο νεαρός πρωταγωνιστής, παραμερίζοντας τα άλλοθι της ηλικίας και τις προσωπικές αναστολές. Είναι συγχρόνως το έπαθλο για τα εμπόδια που καλείται να υπερνικήσει μέχρι να φτάσει στην απόφαση – ορόσημο. Σε αυτή την εσωτερική πάλη με τα διλήμματα, θα προστεθεί ο φόβος του μεθυσμένου από οργή όχλου, για να του προσφέρουν την πολυπόθυτη δεύτερη ευκαιρία, μέσα σε ένα εκρηκτικό μείγμα έντασης, εκδίκησης και φιλοδοξίας. Οι αγχωτικές προοπτικές εξάρτησης και αλλοτρίωσης, επωάζουν μια διαρκή πίεση, ικανή να παρασύρει τους πάντες σε επικίνδυνα βιαστικά συμπεράσματα. Μπορεί η ανατροπή να φαντάζει προβλέψιμη, όμως θα ανεβεί όλα τα σκαλοπάτια της αμφιβολίας, κι αυτό κάνει τη δουλειά του Harmon Jones ακόμη πιο ελκυστική.

Ο Jones έκανε σημαντική καριέρα ως μοντέρ, κυρίως με νουάρ και, αξιοπρόσεκτη ως σκηνοθέτης, με πέντε συνολικά γουέστερν. Τα άλλα τέσσερα, ήταν τα City of Bad Men (1953), A Day of Fury (1956), Canyon River (1956) και, Bullwhip (1958). Μαζί με το “Silver Whip” του ’53, συγκροτούν μια πεντάδα εξαιρετικών ταινιών, με ιδιαίτερα φορτισμένες ερωτικές ιστορίες, που συνιστούν μια αρκετά ενδιαφέρουσα οπτική. Ίσως έπρεπε να ασχοληθεί περισσότερο με αυτό το είδος. Απείχε σαφώς από το να χαρακτηριστεί εφάμιλλος των Delmer Daves, Anthony Mann και, Allan Dwan, όμως η συνεισφορά του στα γουέστερν δεν πέρασε απαρατήρητη. Να πούμε ακόμη ότι η οικογένεια Jones προσέφερε πολλά στην εξέλιξη της τέχνης του μοντάζ, τόσο με τον Harmon, όσο και με τον Robert C. Jones(γιό), αλλά και με τον Leslie Jones(εγγονό).

Ακολουθούν τα βιογραφικά του συγγραφέα και του σκηνοθέτη.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jack_Schaefer

https://en.wikipedia.org/wiki/Harmon_Jones

Οι δύο παραγωγοί του φιλμ, Michael Abel και, Robert Bassler, μοίρασαν τα εξωτερικά γυρίσματα με αυτά στο στούντιο, ενώ βρήκαν και μια πολύ ισορροπημένη τριάδα πρωταγωνιστών. Θα έλεγα ότι αλληλοσυμπληρώνονται ιδανικά επί σκηνής. Ο Dale Robertson είναι ο πνευματώδης και χωρατατζής καμία φορά επίδοξος ζεν πρεμιέ, ο Rory Calhoun προσθέτει εμπειρία και, υποκριτική ωριμότητα, έχοντας ήδη περισσότερα μέτρα ταινίας στο ενεργητικό του, ενώ ο Robert Wagner φέρνει μαζί του τον αυθορμητισμό, την φρεσκάδα και την άγνοια κινδύνου της ηλικίας, καθώς αυτή εδώ ήταν μόλις η έννατη του ταινία(αν και πρόλαβε να τις γυρίσει όλες μέσα σε 2 χρόνια!). Ο πρώτος υποδύεται τον έμπειρο συνοδό της ταχυδρομικής άμαξας, που παρά την περίσσεια αυτοπεποίθηση του δεν θα αποφύγει τα αδιέξοδα μονοπάτια της αυτοδικίας. Ο Calhoun είναι ο ήρεμος σερίφης της πόλης, που επιβάλει τον νόμο βάσει συνείδησης περισσότερο, παρά κανόνων. Είναι αυτός που θα μείνει όρθιος μέσα σε όλο αυτό τον κυκεώνα εκδίκησης. Τέλος, ο Wagner είναι ο ρυθμιστής του φινάλε αλλά και μοιραία φιγούρα. Έχει έναν απαιτητικό ρόλο, αυτόν του νεαρού οδηγού της ταχυδρομικής άμαξας, που θα πάρει την δεύτερη ευκαιρία για να εξιλεωθεί στα μάτια της αγαπημένης και των συμπολιτών του. Το φιλμ ήταν μια συμπαθητική εισπρακτικά ταινία για την 20th Century-Fox για το 1953. Στην Ελλάδα προβλήθηκε με τον τίτλο “Το μαστίγιο της τιμής”.

https://en.wikipedia.org/wiki/Dale_Robertson

https://en.wikipedia.org/wiki/Rory_Calhoun

https://en.wikipedia.org/wiki/Robert_Wagner

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Οι διαδρομές της ταχυδρομικής άμαξας στις αχανείς εκτάσεις της Δύσης και οι κίνδυνοι που εγκυμονούσαν, ήταν ένα από τα θέματα με τα οποία καταπιάστηκαν πολλές ταινίες γουέστερν. Το επάγγελμα του οδηγού, όπως και αυτό του συνοδού, δεν προσφέρονταν για συνταξιοδότηση παρά για μεροκάματο του τρόμου. Παράνομοι και ινδιάνοι κεροφυλακτούσαν σε κάθε σκονισμένο μέτρο των δρομολογίων. Ένας νεαρός φιλόδοξος οδηγός, θα πέσει θύμα ληστείας στην πρώτη του σημαντική αποστολή με φορτίο χρυσού. Ο μέντορας του και συνοδός της άμαξας, θα ακολουθήσει το προσωπικό μονοπάτι της εκδίκησης, ενώ ο νεαρός αυτό του νόμου, στη νέα του δουλειά ως βοηθός του σερίφη της πόλης…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Τρείς ώρες αγωνίας»(Three hours to kill – 1954)

Πολύ καλό και υποτιμημένο γουέστερν, βασισμένο σε ένα εξαιρετικό, πρωτότυπο σενάριο, που επηρέασε αρκετά στα χρόνια που ακολούθησαν(όχι μόνον τους δημιουργούς ταινιών γουέστερν). Ο πρώτος που βάδισε στα χνάρια του, ήταν ο Roger Corman με το έξοχο καλτ γουέστερν Gunslinger του ’56. Η αρχική δουλειά του Alfred L. Werker άξιζε καλύτερης τύχης – αναγνώρισης και, σαφώς πιο θετικών κριτικών, από αυτές που τελικά εισέπραξε. Αλλά αυτή είναι μια γνωστή ιστορία, διόλου ευχάριστη, την οποία λίγο ως πολύ έχουμε συνηθίσει. Αν μπορώ να βρω ένα ψεγάδι στην παραγωγή, είναι η μη πλαισίωση του πρωταγωνιστικού δίδυμου με εξίσου ποιοτικούς ρολίστες, ώστε να αποτελέσει μια ακόμη πιο ελκυστική πρόταση.

Ο Dana Andrews συγκαταλέγονταν ανέκαθεν μεταξύ των ηθοποιών που θεωρούσα αρκετά αδικημένους, από την Αμερικάνικη βιομηχανία θεάματος στα χρόνια του. Ειδικά σε σύγκριση με κάποιους “πρωτοκλασάτους” συναδέλφους του. Με πλούσια παρουσία και εξαιρετικές ερμηνείες, θεωρώ ότι πρόσφερε πολλά περισσότερα από όσα εισέπραξε. Και δεν ήταν μόνον αυτός φυσικά. Σίγουρα θα τον θυμάστε οι φίλοι των νουάρ στις θαυμάσιες παρουσίες του σε φιλμ όπως τα  Laura (1944), Fallen Angel (1945), Boomerang (1947), Where the Sidewalk Ends (1950), και στο Beyond a Reasonable Doubt (1956), μεταξύ άλλων. Γύρισε αρκετά γουέστερν, με κορυφαία ίσως τα Canyon Passage (1946), Smoke Signal (1955), Comanche (1956), και, Johnny Reno (1966). Σκεφτόμουν κάποτε ένα ιδανικό καστ γουέστερν, γυρισμένο ας πούμε μεταξύ 1950 – 1957, για να το οριοθετήσω χρονικά κάπως. Σίγουρα ο Άντριους θα ήταν μέσα, όπως και οι Φρέντ Μακ Μάρει, Σκότ Μπράντι, Ρόρι Καλχούν, Νταν Ντουρία. Όλοι τους πειστικοί και με υψηλά υποκριτικά στάνταρ. Βέβαια κάτι τέτοιο δεν συνέβη ποτέ, αφού συνήθως είτε συμπλήρωναν καστ, είτε είχαν πρωταγωνιστικούς ρόλους, αλλά ποτέ δεν συναντήθηκαν επί σκηνής. Ο Άντριους υπηρετεί κι εδώ πειστά το σενάριο, ώριμος και ουσιαστικός, σε έναν ρόλο μάλλον αντιήρωα. Υποδύεται τον ορκισμένο εκδικητή που επιστρέφει για να σβήσει μια κόλαση από μνήμες και να καθαρίσει τη ρετσινιά του άνανδρου δολοφόνου από πάνω του.

https://en.wikipedia.org/wiki/Dana_Andrews

Η βραβευμένη με Όσκαρ δεύτερου γυναικείου ρόλου(From Here to Eternity – 1953), με το ιδιαίτερο παίξιμο και έχοντας αφήσει πίσω της φιλμ όπως τα Eyes in the Night(1942), The Picture of Dorian Gray(1945), It’s a Wonderful Life(1946), και, Green Dolphin Street(1947), ερμηνεύει την γυναίκα που αποτελεί άθελα της ένα θανάσιμο έπαθλο. Σεναριακά ο ρόλος της δίνει την δυνατότητα για να ξεδιπλώσει μια υποκριτική προσωπικότητα, όμως δείχνει κάπως περιορισμένη σχεδόν σε κάθε της εμφάνιση μπροστά από τις κάμερες. Σφιγμένη και άνευρη στις περισσότερες σκηνές, με τετριμμένες μελό ατάκες, είναι αρκετά μακριά από τον καλό της εαυτό. Δεν ξέρω αν αυτό οφείλεται στην σκηνοθετική καθοδήγηση, γιατί ομολογώ ότι με ξένισε η συνολική της παρουσία. Η Ρήντ τα παράτησε νωρίς σχετικά, όταν το ’58 έκανε το The Donna Reed Show, που την κράτησε 8 ολόκληρα χρόνια στα τηλεοπτικά πλατό(κερδίζοντας ωστόσο μια Χρυσή Σφαίρα και ένα Emmy). Μια επιλογή που ουσιαστικά έκλεισε πίσω της την πόρτα των μεγάλων στούντιο, για να έρθει ένας μάλλον απρόβλεπτος επίλογος, συμπληρώνοντας το καστ των The Love Boat(1984) και, Dallas(1984 – ’85). Σίγουρα άδοξο, κινηματογραφικά πάντα, φινάλε.

https://en.wikipedia.org/wiki/Donna_Reed

Η Dianne Foster(αντίζηλος της καθώς πρέπει και μήλου της έριδος, Λόρι), “περπατημένη” πλην έντιμη, είναι πολύ καλύτερη στο ρόλο της από την Ρήντ. Θα έλεγα ότι υπάρχουν στιγμές που την επισκιάζει. Οπότε, είτε έχουμε να κάνουμε με μαεστρία σκηνοθετική, είτε δεν μοιράστηκαν καλά οι ρόλοι. Η Φόστερ δεν γύρισε πολλές ταινίες, όμως οι 3 από αυτές ήταν γουέστερν και μάλιστα υπέροχα! The Kentuckian (1955,με τον Μπάρτ Λάνκαστερ), The Violent Men (1955, Γκλέν Φόρντ, Μπάρμπαρα Στάνγουικ, Έντουαρντ Ρόμπινσον), και, Night Passage (1957, Τζαίημς Στιούαρτ – Όντι Μέρφι). Το καστ συμπληρώνουν οι Stephen Elliott(ο σερίφης της πόλης), Richard Coogan(ο έταιρος αντίζηλος που διεκδικεί την καρδιά της Λόρι – μετριότατος, θυμίζει ηθοποιό σαπουνόπερας), και η τετράδα των υπόπτων, Laurence Hugo, James Westerfield, Richard Webb, Whit Bissell(μαζί με τον Γουέστερφιλντ οι δύο καλύτεροι ρολίστες). Σκεφτείτε τώρα – επιστρέφοντας σε όσα ανέφερα πιο πάνω – να είχαμε στην θέση τους τους Μπράντι, Μακ Μάρει, Καλχούν και Ντουρία, για τι ταινία θα μιλούσαμε αυτή την στιγμή…

https://en.wikipedia.org/wiki/Dianne_Foster

https://en.wikipedia.org/wiki/Stephen_Elliott_(actor)

https://en.wikipedia.org/wiki/Richard_Coogan

https://en.wikipedia.org/wiki/Laurence_Hugo

https://en.wikipedia.org/wiki/James_Westerfield

https://en.wikipedia.org/wiki/Whit_Bissell

Την παραγωγή έκανε ο Harry Joe Brown, ενώ το σενάριο έγραψαν οι Richard Alan Simmons, Roy Huggins, Maxwell Shane, αντλώντας έμπνευση και τροποποιώντας την αρχική γραφή του Alex Gottlieb. Το μεγαλύτερο ατού αυτής της ιστορίας εκδίκησης και μίσους, είναι το στοιχείο της πλεκτάνης, που την κάνει να μοιάζει με κάτι σαν γουέστερν – αστυνομικό. Ενδιαφέρον αν μη τι άλλο ως ιδέα. Η ταινία χρηματοδοτήθηκε από την Columbia Pictures. Την σκηνοθεσία ανέλαβε ο Alfred L. Werker, που έκανε ικανοποιητική δουλειά στους περισσότερους τομείς. Προσπαθούσα να θυμηθώ που είχα ακούσει το όνομα του, μέχρι που έπεσα πάνω στο βιογραφικό του. Βοηθός σκηνοθέτη στο Kit Carson του ’28, όπως και στην πρώτη βερσιόν του Kidnapped(1938, σε σκηνοθεσία Otto Preminger), και, με την δική του υπογραφή σε φιλμ όπως τα It Could Happen to You(1939), The Adventures of Sherlock Holmes(1939), Pirates of Monterey(1947), He Walked by Night(1948, από κοινού με τον μεγάλο Anthony Mann ο οποίος δεν αναφέρεται καν στα credits!) και, Sealed Cargo(1951). Στο τελευταίο γνώρισε τον Ντάνα Άντριους, με τον οποίο συνεργάστηκε κι εδώ. Ο Γουέρκερ γύρισε καλά γουέστερν. Ξεχωρίζουν τα The Last Posse(1953), Devil’s Canyon(1953), και, At Gunpoint(1955). Το “3 hours to kill” προβλήθηκε στην Ελλάδα ως “3 ώρες αγωνίας”.

https://en.wikipedia.org/wiki/Alfred_L._Werker

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Την παραμονή της πιο ευτυχισμένης μέρας στην ζωή του, ο συνοδός ταξιδιωτικής άμαξας Τζίμ Γκάθρι, πέφτει θύμα μιας πλεκτάνης και, δίχως να το καταλάβει, βρίσκεται με το πιστόλι στο χέρι πάνω από το πτώμα του αδελφού της μέλλουσας συζύγου του. Η απόπειρα λιντσαρίσματος θα του αφήσει μια ουλή στο λαιμό, όμως η αδικία που βίωσε χαράζει την ψυχή και στοιχειώνει το μυαλό του, επιζητώντας μόνο ένα πράγμα: εκδίκηση. Μια λέξη που σιγοκαίει τα σωθικά του 3 ολόκληρα χρόνια, όσο κρύβεται στα βράχια σαν καταζητούμενος, έχοντας χάσει τα πάντα. Μέχρι που θα πάρει το τελευταίο μεγάλο ρίσκο. Επιστρέφοντας στην πόλη που αγάπησε και μίσησε, έχει 3 ώρες διορία για να ανακαλύψει τον πραγματικό δολοφόνο…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018