Αρχεία Ιστολογίου

«Αιχμάλωτοι της σιωπής»(Backfire – 1950)

Από τα καλά νουάρ του Vincent Sherman, που την ίδια χρονιά μας έδωσε και το The Damned Don’t Cry.  Μεστή δουλειά κι εδώ από τον έμπειρο σκηνοθέτη. Πιστό στο νουάρ κλίμα, με ωραία ατμόσφαιρα μυστηρίου και καλές ερμηνείες. Ο Edmond O’Brien αποπνέει αέρα σιγουριάς. Εξαιρετικός και πολύ άνετος. Το σενάριο του “Backfire”, χωρίς να τραβάει τον θεατή με κάτι ξεχωριστό, με κάτι πρωτότυπο, καταφέρνει ωστόσο να κρατήσει την αγωνία μέχρι τέλους, κρύβοντας επιμελώς το μυστικό μέσα στα υπονοούμενα και τις λεπτομέρειες, με γνήσιο αστυνομικό σασπένς. Έξυπνες ατάκες, κοφτές, με την κλασική ειρωνεία των κακοποιών της εποχής. Έντονη χρήση των ιδιωματισμών(μέγας μεταφραστικός πονοκέφαλος). Καλή η ιδέα της αφήγησης των κεφαλαίων από τα οποία απαρτίζεται η πλοκή, δια στόματος των πρωταγωνιστών. “Ανοίγουν” έξυπνα το φάσμα τόσο των υπόπτων, όσο και της πλεκτάνης. Σε αντίθεση με παρόμοιες ταινίες, το “Backfire” δεν είναι τόσο κουραστικά πολύπλοκο. Λειτουργεί σαφώς πιο άμεσα στον θεατή.

Η ταινία γυρίστηκε το 1948, όμως περίμενε 2 ολόκληρα χρόνια μέχρι να προβληθεί, κι αυτό γιατί προτιμήθηκε να παραμείνει στο συρτάρι, για χάρη του White Heat, σεναριακή δουλειά και αυτή των Ivan Goff και, Ben Roberts(για άγνωστους σε εμένα λόγους), που προβλήθηκε ενδιάμεσα. Δεν θα έλεγα ότι βοήθησε καθόλου αυτή η επιλογή. Αντίθετα, όταν προβλήθηκε, μοιραία έπεσε θύμα συγκρίσεων με τα υπόλοιπα νουάρ του 1950(άδικο, αφού γυρίστηκε 2 χρόνια πριν). Είναι φανερή η διαφορά του σε όλους σχεδόν τους τομείς(τεχνικά και καλλιτεχνικά), σε σχέση φιλμ όπως το D.O.A. για παράδειγμα, ένα έξοχο νουάρ δεύτερης γενιάς, με ενσωματωμένα ορισμένα από τα στοιχεία που χαρακτήρισαν το είδος στην περίοδο του αυτή. Το “Backfire” εκπροσωπεί την παλιά σχολή νουάρ. Δίνει έμφαση σε άλλες εγκληματικές προεκτάσεις, με πιο κοφτερή αφήγηση και, έπρεπε να συγκαταλέγεται στις ταινίες του ‘40(όχι μόνον επειδή γυρίστηκε ασπρόμαυρο). Αδικημένη ταινία.

Ο Vincent Sherman ξεκίνησε με δραματικές ταινίες, όπως τα Saturday’s Children και The Man Who Talked Too Much(1940 και τα δύο), για να μπει για τα καλά στα νουάρ μονοπάτια με το All Through the Night(1942 – Χ. Μπόγκαρτ). Του άρεσε ιδιαίτερα η συνύπαρξη δράματος και νουάρ, κάτι που αποτύπωσε σε θαυμάσιες ταινίες, πολύ επιτυχημένες(Across the Pacific, The Hard Way, In Our Time, Mr. Skeffington, Nora Prentiss, The Unfaithful). Το ’50 σκηνοθετεί την Joan Crawford στο υπέροχο Harriet Craig και δύο πανέμορφα νουάρ. Τα Backfire και The Damned Don’t Cry. Μαζί με τα Affair in Trinidad και, The Young Philadelphians(καταπληκτική ταινία με τον Πωλ Νιούμαν, που θα μας απασχολήσει προσεχώς), ήταν οι καλύτερες του δημιουργίες στην δεκαετία του ’50. Ο Σέρμαν έπαιξε και σε 7 ταινίες στην δεκαετία του ’30, πριν στραφεί στην σκηνοθεσία. Τον διέκρινε πάντα μια άριστη ισορροπία μεταξύ ρυθμού και  χώρου.

https://en.wikipedia.org/wiki/Vincent_Sherman

Στον Edmond O’Brien και την Virginia Mayo έχουμε αναφερθεί πολλές φορές στο παρελθόν. Ηθοποιοί που δεν δίστασαν να ρισκάρουν, ενδίδοντας σε διαφορετικές κινηματογραφικές προκλήσεις. Τα νουάρ τους πήγαιναν πολύ. Ειδικά του Ο’ Μπράιαν. Είχε εκείνα τα σφιγμένα χαρακτηριστικά, την ένταση, το πάθος στο παίξιμο του. Μπορούσε να υπηρετήσει με άνεση τα κλειστοφοβικά πλάνα και, τις σκιώδεις πλεκτάνες των αστυνομικών σεναρίων. Τσαλακώνονταν, βουτούσε στο σκοτάδι, κρεμόταν από τα χείλη των αποκαλύψεων, έκοβε με αποφασιστικότητα γόρδιους δεσμούς. Εξαιρετικός ηθοποιός για αυτού του είδους των ταινιών. Δικαιώθηκε άλλωστε για την προτίμηση του σε αυτές. Η Μάγιο, κλασική φιγούρα γυναίκας με σκοτεινό παρελθόν, ήξερε πάντα να αυξομειώνει την ένταση και την δυναμική, στο παίξιμο της. Η ναζιάρα γατούλα που βγάζει νύχια. Εδώ βέβαια, είναι η καλή της υπόθεσης, η νοσοκόμα που τάσσεται στο πλευρό του βετεράνου στρατιώτη και, βοηθάει τα μέγιστα στην προσπάθεια ανεύρεσης του φίλου του. Για τον τρίτο της παρέας, τον Gordon MacRae, το “Backfire” θα αποτέλεσε σίγουρα μια ξεχωριστή εμπειρία στην καριέρα του. Ηθοποιός που διακρίθηκε σε μιούζικαλ κυρίως(βαρύτονος γαρ), όπως και σε κωμωδίες. Δεν τα πηγαίνει άσχημα εδώ. Απλά διατηρεί λίγο παραπάνω από όσο πρέπει το βλέμμα έκπληξης και αιφνιδιασμού, ενώ δεν βγάζει και καθόλου σχεδόν δυναμισμό. Έξοχος ο Dane Clark, σε ακόμη έναν σκληρό, ύπουλο, μοχθηρό και αδίστακτο ρόλο, με μπόλικα στοιχεία ψυχικής διαταραχής.  Είναι κι αυτός σε γνώριμα νερά, κάτι που πιστοποιεί σε κάθε ευκαιρία. Πολύ καλή, ανέλπιστα ίσως, η Viveca Lindfors, στον δύσκολο ρόλο της γυναίκας – γρίφου. Υπάρχουν στιγμές που αιχμαλωτίζει τον φακό και το βλέμμα του θεατή.

https://en.wikipedia.org/wiki/Gordon_MacRae

https://en.wikipedia.org/wiki/Edmond_O%27Brien

https://en.wikipedia.org/wiki/Virginia_Mayo

https://en.wikipedia.org/wiki/Dane_Clark

https://en.wikipedia.org/wiki/Viveca_Lindfors

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Ένα βράδυ, κατά τη διάρκεια της νοσηλείας του, ο βετεράνος του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου Μπομπ Κόρει , θα δει ένα μάλλον ζωντανό όραμα. Μια γυναικεία μορφή, του ζητάει να βοηθήσει τον καλύτερο του φίλο Στηβ Κόνολι, λέγοντας του ότι κείτεται αβοήθητος με σπασμένη σπονδυλική στήλη. Παίρνοντας εξιτήριο, ο Κόρει θα βαλθεί να ανακαλύψει την ταυτότητα της μυστηριώδους εκείνης γυναίκας, θεωρώντας πως θα τον οδηγήσει στον φίλο του. Καθώς ξεδιπλώνονται τα νήματα της πλεκτάνης, αρχίζει να γίνεται ορατή η σκιά μιας ιστορίας γεμάτης  μίσος, αγάπη, τζόγου, θανάσιμα μυστικά και… διπλής ταυτότητας…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο»(Cabo Blanco – 1980)

Υπάρχουν φορές που θεωρώ τις κριτικές εκτός από αναξιόπιστες και εμπαθείς. Εκατοντάδες αξιοπρεπέστατα φιλμ κάθε χρόνο, που δεν έχουν όμως “επενδύσει” σε αυτή την κατηγορία “επαγγελματιών”, θάβονται κάτω από χλευασμό και απαξίωση. Κάπως έτσι συνέβη και με το “Cabo Blanco”(“Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”), το οποίο μεταξύ άλλων αποκαλέστηκε ως “άθλιο αναμάσημα” της “Casablanca”. Μάλιστα… Κι όλα αυτά για μια ταινία που σε καμία περίπτωση δεν μπορεί να συγκριθεί με το αριστούργημα του Michael Curtiz, γιατί απλά δεν έχουν καμία σχέση τα δύο σενάρια! Δύο εντελώς διαφορετικές ιστορίες, μπαίνουν στο ίδιο μπλέντερ, μαζί με απίστευτες εκφράσεις τύπου “απερίγραπτα ανάρμοστο”. Όχι, δεν έχουμε να κάνουμε με μια ταινία – ορόσημο, ούτε με κάποια από τις κορυφαίες της χρονιάς της(1980). Όμως το “Cabo Blanco” είναι ένα αξιόλογο φιλμ, με καλές ερμηνείες και, σίγουρα δεν αξίζει αυτούς τους άστοχους χαρακτηρισμούς, που γεννούν πολλά ερωτηματικά… Κρίμα πραγματικά, να ισοπεδώνονται δουλειές πάνω από τον μέσο όρο κάθε κινηματογραφικής σοδειάς, με τόσο προκλητικά μάλιστα τρόπο… Αλλά, ο τύπος βλέπετε παραμένει στο απυρόβλητο συνταγματικά, όταν “εκφράζει απλά την άποψη του”.

Ο J. Lee Thompson των 9 υποψηφιοτήτων για Όσκαρ(σιγά μην του έδιναν Όσκαρ για το The Guns of Navarone – 1961), των 3 Χρυσών Άρκτων(για τα Tiger Bay – 1959, Ice Cold in Alex – 1958, Woman in a Dressing Gown – 1957) και, του ενός Χρυσού Φοίνικα(για το Yield to the Night – 1956), ήταν πάντα στην “μπούκα” της ακαδημίας, που τον είχε καταχωρήσει στα κατάστιχα της ως “σκηνοθέτη ταινιών δράσης”. Λες και αυτές οι ταινίες πρέπει να γυρίζονται από μόνες τους, ή είναι όλες για πέταμα. Ευτυχώς που υπάρχουν τα Ευρωπαικά φεστιβάλ και δικαιώνονται δημιουργοί όπως ο Τόμσον, με πολύ μεγάλη προσφορά στον χώρο. Χαρακτηριστικές και αξέχαστες δουλειές του, μεταξύ άλλων και τα North West Frontier (1959), Cape Fear (1962), Kings of the Sun (1963), What a Way to Go! (1964), Mackenna’s Gold (1969), Conquest of the Planet of the Apes (1972), The Greek Tycoon (1978)The Passage (1979),  και, King Solomon’s Mines (1985). Ο σκηνοθέτης συνεργάστηκε επί μακρόν με τον Charles Bronson, γυρίζοντας συνολικά 9 ταινίες μαζί. St. Ives (1976), The White Buffalo (1977), Caboblanco (1980), 10 to Midnight (1983), The Evil That Men Do (1984), Murphy’s Law (1986), Death Wish 4: The Crackdown (1987), Kinjite: Forbidden Subjects (1989) και, Messenger of Death (1988). Από αυτά το πλέον υποτιμημένο όπως αναφέραμε στον πρόλογο, ήταν το “Cabo Blanco”(τη στιγμή που ταινίες του σαφώς κατώτερες, πήραν εξαιρετικές κριτικές…).

https://en.wikipedia.org/wiki/J._Lee_Thompson

Η ταινία φιλοξενεί ένα από τα καλύτερα soundtrack που έγραψε ο σπουδαίος μουσικοσυνθέτης Jerry Goldsmith στην δεκαετία του ’70. Πανέμορφες μελωδίες, που ανεβάζουν επίπεδο το καλό, πρωτότυπο σενάριο των Morton S. Fine και, Milton S. Gelman, συνεργάτες και οι δύο του σκηνοθέτη επί μακρόν. Πολύ καλή και η διεύθυνση φωτογραφίας του Álex Phillips Jr.. Το καστ έχει απ’ όλα. Πυγμή από τον πλέον αξιόπιστο Charles Bronson, υποκριτική παιδεία από τον Jason Robards, μια ξανθιά Γαλλίδα που ήθελε να γίνει ηθοποιός(ακόμη δεν ξέρω αν τα κατάφερε), την Dominique Sanda, τον παλαίμαχο και εξαιρετικό Fernando Rey, έναν νεαρό υποσχόμενο ονόματι Simon MacCorkindale(φέρνει λίγο του Έρικ Ρόμπερτς, αλλά μάλλον έπρεπε να ακολουθήσει το επάγγελμα του πατέρα του στην πολεμική αεροπορία) και, τον Denny Miller, που καθιερώθηκε σαν μονοκόμματος μπράβος(συνήθως ναζί), λόγω του σωματότυπου του(μπέιζμπολ έπαιζε ο άνθρωπος), συμπληρώνοντας το καστ πλήθος ταινιών και τηλεοπτικών σειρών. Εδώ η συνύπαρξη όλων είναι μια χαρά πάντως, χάρη στο πολύ καλό κάστινγκ που είχε προηγηθεί. Λίγο τα χαλάει η Σαντά με τα τους θεατρινισμούς και το υπερβολικά μελό της παίξιμο, αλλά σε γενικές γραμμές δεν υστερεί άλλος.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jerry_Goldsmith

https://en.wikipedia.org/wiki/Charles_Bronson

https://en.wikipedia.org/wiki/Jason_Robards

https://en.wikipedia.org/wiki/Dominique_Sanda

https://en.wikipedia.org/wiki/Fernando_Rey

https://en.wikipedia.org/wiki/Denny_Miller

https://en.wikipedia.org/wiki/Simon_MacCorkindale

Η ταινία έκανε εισιτήρια. 10 εκατομμύρια δολάρια δεν είναι και λίγα. Γυρίστηκε στο Μεξικό, ενώ υποψήφιος για τον ρόλο του Τερέδο(στρατιωτικού διευθυντή της πόλης), ήταν και ο Orson Welles. Για τον ρόλο του τυχοδιώκτη Αμερικανού που φυγοδικεί και κρύβεται πίσω από ένα ψεύτικο όνομα, η παραγωγή είχε αρχικά στο νου έναν εκ των Paul Newman και, Steve McQueen. Τελικά ο ρόλος πήγε στον Μπρόνσον. Όσο για την σκηνοθεσία, πρώτη επιλογή ήταν ο John Huston . Ενδιαφέρον παραλειπόμενο από τα γυρίσματα, το γεγονός ότι η Σαντά που ήταν ισοϋψής του Μπρόνσον, ανγκάστηκε να γυρίσει πολλές σκηνές μαζί του ξυπόλυτη, ώστε να μην φαίνεται ψηλότερη! Cabo Blanco στα Μεξικάνικα σημαίνει “Λευκό ακρωτήρι”. Η ταινία προβλήθηκε στις Ελληνικές αίθουσες, με τον τίτλο “Ο σκληρός του Κάβο Μπλάνκο”. Να πούμε ακόμη ότι στο μοντάζ κόπηκαν 30 λεπτά κατ’ απαίτηση των στούντιο. Για όσους ενδιαφέρονται να μάθουν περισσότερα, υπάρχει κι ένα ντοκιμαντέρ διάρκειας 14 λεπτών, με υλικό από τα παρασκήνια της ταινίας, που επιμελήθηκε ο Lance Hool το 2016, με τίτλο “The legend of Cabo Blanco”.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Τέσερα μόλις χρόνια μετά την λήξη του δευτέρου παγκοσμίου πολέμου, κι ενώ νικητές και χαμένοι αναζητούν την λήθη, στο μακρινό Περού θα διεξαχθεί ένα δραματικό κυνήγι θησαυρού. Φυγόδικοι ναζί, διευθαρμένοι πολιτικοί και στρατιωτικοί της Λατινοαμερικάνικης χώρας, Άγγλοι μυστικοί πράκτορες, ένας Αμερικανός τυχοδιώκτης και, η πρώην ερωμένη ενός Γάλλου αντιστασιακού, επιδίδονται σε ένα κρυφτούλι θανάτου, με έπαθλο το βυθισμένο “Βρετάνη” και τον αμύθητο θησαυρό που κρύβει στα αμπάρια του…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 201