Αρχεία Ιστολογίου

«Χάλκινο φαράγγι» – Copper Canyon(1950)

Παλιάς κοπής, εξαιρετικό γουέστερν. Μπαίνει οριακά στην χρυσή περίοδο του είδους(1950), διατηρώντας στο απόλυτο τα χαρακτηριστικά στοιχεία της προηγούμενης δεκαετίας. Λίγο τυχοδιωκτισμός, λίγο πατριωτισμός, λίγος έρωτας, λίγη αδικία, αρκετή δράση και, φυσικά, το απαραίτητο ρομάντζο. Δύο πρωταγωνιστές που τραβούν τα φώτα πάνω τους, αναγνωρίσιμοι και επιτυχημένοι. Ρέι Μίλαντ και Χέντι Λαμάρ, υπό τις σκηνοθετικές οδηγίες της “παλιάς καραβάνας” Τζών Φάροου, σε ένα σενάριο με τάσεις εθνικής συμφιλίωσης και αποκατάστασης ισορροπιών. Είχε υψηλές προδιαγραφές και ανάλογες προσδοκίες από πλευράς συντελεστών, υπηρετώντας κλασικές σινέ και όχι μόνον αξίες. Αν γυρίζονταν ξανά στις μέρες μας, θα κέρδισε σε ρυθμό και θα έχανε σε όλα τα άλλα. Οπότε, ας μείνει ως έχει, για να στρογγυλοκάθεται στα ράφια της ταινιοθήκης με τα γουέστερν που κάποια στιγμή θα ξαναδούμε. Να δώσω και μια βαθμολογία, ορμώμενος από τους “διαδικτυακούς κριτικούς”: 9/10. Μάλλον σας έπεισα να το δείτε, έτσι; Αν όχι, υπάρχουν και οι πιο κάτω παράγραφοι.

Το “Copper Canyon” είναι από τα πλέον αντιπροσωπευτικά γουέστερν του Φάροου, μαζί με τα California (1947) και, το Hondo (1953). Στο “California” είχε πάλι τον Μίλαντ ως πρωταγωνιστή και, δίπλα του την Στάνγουικ(αν και σε αυτόν κατέληξε, αφού αρχική επιλογή ήταν ο Άλαν Λάντ). Εδώ προτίμησε – και πολύ καλά έπραξε – την Λαμάρ(επιτέλους να την δούμε και σε έγχρωμη ταινία!). Ο Μίλαντ κέρδισε με το ύφος του(αυτό του κομψού δυναμισμού), τον Φάροου. Έκαναν κι άλλα φιλμ μαζί. Ξεχωρίζει το θαυμάσιο νουάρ The Big Clock (1948 – must seen για τους φίλους του είδους). Μιας και ξεκινήσαμε με τον σκηνοθέτη, να πούμε ότι ο Φάροου είχε ανέκαθεν ένα προσωπικό άγγιγμα. Όποιο σενάριο φιλμάριζε το έκανε με ένα παραδοσιακό, αψεγάδιαστο, άκρως ηθικό τρόπο, πολύ καθώς πρέπει, τηρώντας άγραφους και μη κανόνες(όπως και αποστάσεις), με ένα στυλ που δεκαετίες αργότερα έμελε να ονομαστεί “Αμερικανιά”. Δεν θεωρώ απαραίτητα μεμπτό την ύπαρξη πατριωτισμού και ενδεχομένως λαϊκισμού σε μια ταινία, όχι αν αυτό δεν αλλοιώνει την καλλιτεχνική της υφή και, όταν δεν αποπροσανατολίζει το κοινό. Οπότε τοποθετώ τον Φάροου σε μια άτυπη λίστα γλαφυρότητας, αρκετά γοητευτικής θα έλεγα. Γύρισε ωραίες ταινίες, κι έγραψε ακόμη περισσότερες(ήταν και σεναριογράφος, όπως και παραγωγός), ενώ στο King of the Khyber Rifles (1953), κάνει ένα πέρασμα και μπροστά από τις κάμερες, στον ρόλο ενός Άγγλου ευγενή. Το όνομα του κάποια στιγμή περνάει και από τα credits του Red Mountain (1951), ως βοηθού σκηνοθέτη. Θα συνιστούσα προς θέαση και τα Where Danger Lives (1950), His Kind of Woman (1951), Plunder of the Sun (1953), Botany Bay (1953), The Sea Chase (1955). Παντρεμένος με την διάσημη Αμερικανίδα ηθοποιό Maureen O’Sullivan, είδε την κόρη του να μπαίνει κι αυτή στον λαμπερό κόσμο του θεάματος και μάλιστα με σημαντική καριέρα(Mia Farrow). Με το πολεμικό Wake Island(1942), ήταν υποψήφιος για Όσκαρ σκηνοθεσίας. Αν και γεννημένος στην Αυστραλία, πολέμησε στον Β’ παγκόσμιο πόλεμο με την σημαία των Η.Π.Α. Μεταξύ άλλων έγραψε και 7 νουβέλες. Ολοκληρωμένη προσωπικότητα ο κ. Φάροου. Με τα θετικά και τα αρνητικά του όπως όλοι, κινηματογραφιστές και μη.

https://en.wikipedia.org/wiki/John_Farrow

Στο “Copper canyon”(«το φαράγγι του χαλκού», ή «χάλκινο φαράγγι», σε ελεύθερη μετάφραση), επιχειρεί να συνδέσει το παρελθόν με το παρόν τόσο ως θεματολογία(μετεμφυλιακές παρενέργειες), όσο και ως γουέστερν τεχνοτροπία. Έχοντας τις εικόνες της προηγούμενης δεκαετίας όσων αφορά στο κινηματογραφικό αυτό είδος για οδηγό, καταφέρνει να λειτουργήσει ως θάλαμος αποσυμπίεσης για τα χρόνια που θα ακολουθήσουν. Σε κινηματογραφιστές όπως Φάροου πιστώνεται η  ομαλή μετάβαση στα γεμάτα καινοτομίες χρόνια του ’50, εκεί όπου επαναπροσδιορίστηκε μεταξύ άλλων και το γουέστερν ως είδος. Κι εδώ λοιπόν το μεταίχμιο αυτό είναι ορατό. Ο Νότιος ευγενής μεν, ηττημένος δε, ισορροπεί σε δύο κόσμους μίσους και αντιπαράθεσης, χωρίς να επιτρέπει όμως την παραμικρή αλλοτρίωση στα ιδανικά του, ενώ παράλληλα, παίζει και τον ρόλο εκείνου που ηγείται της σύγκλισης των δύο πλευρών. Επιπλέον, διατηρώντας έναν τυχοδιωκτικό κυνισμό, μια αύρα γοητείας και έναν δυναμισμό, δημιουργεί μια φιγούρα απόλυτου ρυθμιστή. Η συμβίωση του με περιβάλλον της παρακμιακής πόλης, κινείται μέσα σε ένα συνονθύλευμα ρεβανσισμού, ρεαλιστικής επιφυλακτικότητας, γλαφυρών βιωμάτων και, ταχύτητας σκέψης. Το βλέμμα του χωρίζει τους πάντες σε δύο κατηγορίες: σε εκείνους που σέβεται και σε εκείνους που δεν χαρίζεται. Συγχωρεί, αλλά και περιμένει υπομονετικά την στιγμή της εκδίκησης. Πάνω σε αυτούς τους άξονες κινούμενος, με κατ’ εξοχή ζητούμενο την απονομή δικαιοσύνης(για να ταυτιστεί και με τον θεατή), η άφιξη του θα σηματοδοτήσει την διαδικασία απομυθοποίησης. Είναι αυτός που περιμένουν ενδόμυχα όλοι, ο κάθε ένας για τον δικό του λόγο, ώστε να μοιραστεί ξανά η τράπουλα, χωρίς σημαδεμένα χαρτιά. Έχει και τους δικούς του δαίμονες να κυνηγήσει φυσικά, αλλά με εκείνους θα αναμετρηθεί στο ζύγι των αποφάσεων.

Μοιάζει να προήλθε από τις σελίδες κάποιας νουβέλας, όμως το σενάριο είναι πρωτότυπο και γράφτηκε από τον Jonathan Latimer, φίλο και συνεργάτη του σκηνοθέτη στα χρόνια των φιλμ νουάρ. Αν μέτρησα καλά, διαθέτει μόνον έναν διάλογο(του τύπου: – Ναι; / – Ναι.), κάτι που παραπέμπει εμφανώς σε αυτά που ανέφερα πιο πάνω, περί σύνδεσης με το παρελθόν και σεναριακής απλότητας άλλων χρόνων. Όχι ότι είναι αρνητικό. Το αντίθετο μάλιστα. Δίνει την δυνατότητα στους ηθοποιούς να δώσουν περισσότερα με μονόλογους ρομαντισμού και έντασης, ή έστω αφήγησης. Δεν θα ήταν βέβαια άσχημοι οι 20-30 διάλογοι. Έτσι όμως σκέφτηκε, έτσι έπραξε ο κ. Λάτιμερ και, νομίζω πως πρέπει να δικαιώθηκε. Ο σεναριογράφος μετέφερε και το υπέροχο The Glass Key (1942), του Ντάσιελ Χάμετ, ενός εκ των δύο ιερών τεράτων – συγχωρήστε μου την έκφραση – της αστυνομικής φιλολογίας στην Αμερική. Ο άλλος ήταν ο Ρέιμοντ Τσάντλερ. Την παραγωγή επιμελήθηκε ο Mel Epstein για την Paramount Pictures. Με την οποία παρεμπιπτόντως, ο Φάροου είχε μια μάλλον μακρά, επαγγελματική συνεργασία, αλλά που δεν αποκαλείς και αγαστή, αφού κοντραρίστηκαν σε πολλές περιπτώσεις ταινιών, κάποιες από τις οποίες έμειναν στο συρτάρι. Έξοχη και πομπώδης η μουσική υπόκρουση του έμπειρου Daniele Amfitheatrof. Τις είχε αυτές τις μελωδίες ο Ιταλικής καταγωγής Ρώσος μουσικοσυνθέτης. Ειδικά όταν έπρεπε να προστεθεί και το στοιχείο του ρομαντισμού, ή το συγκινησιακά φορτισμένο. Στις αξιομνημόνευτες δουλειές του συγκαταλέγονται και οι μουσικές για τα Lassie Come Home (1943), Song of the South (1946), Letter from an Unknown Woman (1948), The Damned Don’t Cry! (1950), The Naked Jungle (1954), Major Dundee (1965).  Στους πρωταγωνιστικούς ρόλους η τριάδα Ray MillandHedy LamarrMacdonald Carey. Για να τους περιγράψω διαφορετικά, ο καλός – η μοιραία – και ο κακός. Εξαιρετικό των παίξιμο και των τριών. Όπως και του ρολίστα Harry Carey Jr. και της Mona Freeman. Το φιλμ προβλήθηκε στην χώρα μας ως «Φλογισμένο φαράγγι».

https://en.wikipedia.org/wiki/Ray_Milland

https://en.wikipedia.org/wiki/Hedy_Lamarr

https://en.wikipedia.org/wiki/Macdonald_Carey

ΥΠΟΘΕΣΗ

Με την λήξη του εμφυλίου, η πλευρά των νικητών άρχισε να γράφει την δική της εκδοχή της ιστορίας – ως είθισται – με κεφάλαια για τα οποία άλλοτε κέρδισε το χειροκρότημα, κι άλλοτε την αμφισβήτηση και τον χλευασμό. Ο Βορράς δεν επιφύλαξη μια ομαλή προσαρμογή στην νέα, εθνική πραγματικότητα για τον Νότο. Κάπου μεταξύ κατάφορης αδικίας και πλήρους απαξίωσης για την ανθρώπινη ζωή, μια χούφτα ηττημένων καταφεύγει στο Κόπερταουν, με την ελπίδα να ενταχθούν ξανά κοινωνικά και να επιβιώσουν σε ένα ιδιαίτερα σκληρό περιβάλλον, εξορύσσοντας χαλκό. Όμως ο δόλος παραμονεύει πίσω από κάθε τους προσπάθεια, με την μορφή κάποιου που επιβουλεύεται τον κόπο τους. Όταν ο νυν ταχυδακτυλουργός και πρώην συνταγματάρχης(καταζητούμενος μάλιστα), Τζώνι Κάρτερ αποδεχτεί την πρόταση των συμπατριωτών του να βοηθήσει στον δίκαιο αγώνα τους, δεν θα βρεθεί αντιμέτωπος μόνο με σκοτεινές πλεκτάνες, αλλά και με μια όμορφη γυναίκα που στέκεται στην αντίπερα όχθη, έλκοντας τον επικίνδυνα…

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018

«Κουράστηκα να σκοτώνω» – The fastest gun alive(1956)

Από αυτές τις περιπτώσεις ταινιών που συνιστούν κατηγορία από μόνες τους και, σίγουρα μέσα στα 20 καλύτερα γουέστερν της δεκαετίας του ’50, της πλέον ανταγωνιστικής/ποιοτικής περιόδου για το είδος. Έχω δει εκατοντάδες γουέστερν, ειδικά εδώ και μερικά χρόνια που ασχολούμαι με τις μεταφράσεις. Μπορώ να θυμηθώ 7-8 από εκείνα που με εντυπωσίασαν σε αυτό το διάστημα. Το “The fastest gun alive” από χθες βρίσκεται ανάμεσα τους. Οι λόγοι είναι πολλοί, σαφώς προσωπικοί. Πάντοτε η υποκειμενικότητα θα καθοδηγεί την σύνταξη παρόμοιων και όχι μόνον κειμένων. Πιο κάτω θα επιχειρήσω να τους αναλύσω. Κλείνοντας με αυτόν τον σύντομο πρόλογο, θεωρώ την ταινία θαυμάσια, ξεχωριστή, άξιο εκπρόσωπο των δυνατών στιγμών που μας χάρισαν τα γουέστερν ως κινηματογραφικό είδος. Και, ναι, εδώ μπορώ να το πω. Είναι από τα φιλμ εκείνα που αν δεν τα δεις χάνεις πράγματα. Το πόσο σημαντικά ή όχι, εναπόκειται στην κρίση του καθενός.

Αυτά που θεωρούνται ως ζητούμενα από μια ταινία, διατηρούν και διαιωνίζουν την μοναδικότητα μας ως οντότητες. Οι προσωπικές που απαιτήσεις έχουν μια πολυπλοκότητα. Από ένα γουέστερν επί παραδείγματι, θέλω τόσο την ένταση, όσο και τα συναισθήματα. Να μην περιορίζεται σε ανούσιο, προβλέψιμα βαρετό πιστολίδι, αλλά να εστιάζει και στον ψυχισμό των χαρακτήρων, όπως και στην επίδραση των στιγμιαίων αποφάσεων ενός στις ζωές μιας οικογένειας, ή μιας κοινωνίας. Να συνυπάρχει η δράση και η σεναριακή αγωνία, με την εναλλαγή κινήτρων, ενοχών, σκέψεων. Και, φυσικά, να διαθέτει μια πρωτοτυπία σαν αφήγηση. Από εκεί και πέρα είναι οι ερμηνείες(χωρίς τα ονόματα των ηθοποιών να με παροτρύνουν στο να δω ή όχι μια ταινία), η σκηνοθεσία, η φωτογραφία, το μονταζ, η μουσική. Όλα τους με μια βαρύτητα στα δάχτυλα, τη στιγμή που πληκτρολογούν το κείμενο μιας παρουσίασης. Μπορώ πρόχειρα να θυμηθώ το “A lonely man”, με την γοητευτική αντίθεση χαρακτήρων πάνω στην οποία κινούνταν(ο Πάλανς κι ο Πέρκινς εκπροσωπούσαν δύο εντελώς διαφορετικές ερμηνευτικές σχολές), το “Dawn at Socorro” του ’54, με τον καλύτερο Ρόρι Καλχούν που έχω δει σε τέτοια φιλμ, ή το “Gunman’s walk”, κορυφαίο δραματικό γουέστερν.  Όλα τους διέθεταν πολλά από τα πιο πάνω στοιχεία. Όπως και το “The fastest gun alive”, προσεγμένη και ιδιαίτερη δημιουργία. Το οποίο ειρήσθω εν παρόδω σφαγιάστηκε μεταφραστικά, βγαίνοντας στις Ελληνικές αίθουσες ως… “Βαρέθηκα να σκοτώνω”. Χαρακτηριστική περίπτωση αλλοίωσης του αρχικού τίτλου, που ενδεχομένως να οδήγησε και σε εισπρακτική αποτυχία στη χώρα μας(στην Αμερική συνέβη το αντίθετο – 3,5 εκ.δολάρια εισπράξεις), παρά το γεγονός της παρουσίας στο καστ ενός ηθοποιού όπως ο Γκλέν Φόρντ.

Ας ξεκινήσουμε με την ραχοκοκαλιά μιας ταινίας, το σενάριο. Κι εδώ έχουμε κάτι πραγματικά ευρηματικό από την πένα του Frank D. Gilroy, που είχε μεταφερθεί στην μικρή οθόνη το ’54 ως «The Last Notch»(“η τελευταία χαρακιά”, σε ελεύθερη μετάφραση – συμβαδίζει απόλυτα με όσα διαδραματίζονται επί σκηνής), και, το οποίο βρίσκει τον τρόπο να περάσει στις κινηματογραφικές αίθουσες τρία χρόνια αργότερα, με την συμβολή του συναδέλφου του, Russell Rouse. Ο βραβευμένος με Πούλιτζερ Γκιλρόι(The Subject Was Roses – 1965), ασχολήθηκε επί μακρόν με το θέατρο και, απέσπασε 2 βραβεία Tony(τα αντίστοιχα θεατρικά Όσκαρ), μεταξύ άλλων. Πολύ δυνατή πένα, με έμφαση στον ανθρώπινο παράγοντα του εκάστοτε δράματος, αλλά και στο αντίκτυπο των πράξεων του σε όσους τον περιβάλλουν. Συνεπώς καταλαβαίνει κανείς από το βιογραφικό του και μόνο, ότι δεν θα υπέγραφε ποτέ κάτι κοινότυπο, όπως άλλωστε συμβαίνει κι εδώ. Από τις λίγες κινηματογραφικές του δουλειές θυμάμαι το From Noon till Three του ’76 με τον Μπρόνσον. Ο Ράουζ συμπλήρωσε εξαιρετικά την γραφή του Γκίλροι. Έχοντας ασχοληθεί για πολλά χρόνια με τα νουάρ, γράφοντας μάλιστα ορισμένα θαυμάσια σενάρια( “D.O.A” για τον Rudolph Maté κ.α.), επιχείρησε και σε ένα βαθμό το πέτυχε, να παντρέψει την οπτική των αστυνομικών αυτών ταινιών με το σαφώς πιο παραδοσιακό και συντηρητικό είδος των γουέστερν. Οι δουλειές του διακρίνονται από ένα δυναμισμό και μια ταχύτητα σκέψης. Ωραία πλάνα, έξοχη φωτογραφία. Αυτός ήταν που επέμεινε να γυριστεί ασπρόμαυρο το  “The fastest gun alive”, όπως και στην επιλογή του Γκλέν Φόρντ στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Θα συνιστούσα να τον γνωρίετε μέσα από φιλμ όπως τα The Town Went Wild(1944), The Well(1951), The Thief (1952), Wicked Woman(1953) και, New York Confidential(1955).

https://en.wikipedia.org/wiki/Frank_D._Gilroy

https://en.wikipedia.org/wiki/Russell_Rouse

Την παραγωγή για λογαριασμό της Metro-Goldwyn-Mayer έκανε ο Clarence Greene, το μοντάζ οι Harry V. Knapp και, Ferris Webster, την μουσική έγραψε ο André Previn, ενώ η καταπληκτική φωτογραφία είναι έργο του George J. Folsey. Νομίζω ότι για να αντιληφθεί κανείς την επιδραστική παρουσία συντελεστών όπως ο Φόλσι, αρκεί η παράθεση 4-5 ταινιών στις οποίες συμμετείχε. Meet Me in St. Louis (1944), Green Dolphin Street (1947), Adam’s Rib (1949), A Life of Her Own (1950), Seven Brides for Seven Brothers (1954). Επιμελήθηκε την φωτογραφία σε 162 συνολικά ταινίες, όλες τους μια και μια. Ας περάσουμε και στο καστ. Κατ’ αρχάς, θεωρώ την ερμηνεία του Glenn Ford ως μακράν την κορυφαία του σε γουέστερν. Πιο μέσα στο πετσί του ρόλου δεν γίνεται. Δεν υπάρχουν χαρακτηρισμοί που να σκιαγραφούν την παρουσία του μπροστά από τις κάμερες. Εντυπωσιακός αυτοέλεγχος και άνεση. Κάνει τον ρόλο να φαντάζει υπερβολικά απλός, ενώ πρόκειται για σύνθετο μέχρι εκεί που δεν παίρνει. Στα κοντινά μπορεί να διακρίνει κανείς την απίστευτη ένταση με την οποία τροφοδοτεί το πρόσωπο του, τον ιδρώτα, το τρεμούλιασμα στο στόμα, τις λέξεις που βγαίνουν τραυλίζοντας. Ακόμη και τις στιγμές που στέκεται ακίνητος ζυγίζοντας με το νου το χθες και το σήμερα, προκαλεί θαυμασμό με την πειστικότητα του. Μοναδικός ηθοποιός σε μια σπουδαία ερμηνεία. Υποδύεται έναν ταχύτατο στο τράβηγμα του πιστολιού, που εντούτοις μισεί τα όπλα και ότι αυτά συμβολίζουν. Ένα από αυτά άλλωστε, έκοψε και το νήμα της ζωής του πατέρα του. Όσο απομακρύνεται, τόσο εκείνα τον ζυγώνουν, προκαλώντας ένα πυρετό αναμνήσεων, σαν από κάποιο παιχνίδι της μοίρας που είναι αναγκασμένος να παίξει ως το τέλος. Δεν νομίζω ότι περιμένατε να διαβάσετε τούτες τις γραμμές, για να ανακαλύψετε τις υποκριτικές δυνατότητες του Φόρντ. Όμως σίγουρα χωρίς αυτή του την ερμηνεία, δεν θα έχετε δει τα υποκριτικά του όρια…

https://en.wikipedia.org/wiki/George_J._Folsey

https://en.wikipedia.org/wiki/Andr%C3%A9_Previn

https://en.wikipedia.org/wiki/Glenn_Ford

Δίπλα του η σύντροφος σ’ αυτή την ατέρμονη αναζήτηση λήθης, η Jeanne Crain. Οπτικά μπορεί να απέχει από την εικόνα της 18χρονης που πόζαρε κατ’ απαίτηση του Orson Welles για το κάστινγκ του The Gang’s All Here το ’43, όμως η ωριμότητα της στην διαχείρηση των ψυχοφθόρων καταστάσεων που καλείται να ζήσει μέσα από τους εφιάλτες του συζύγου της, είναι αξιοθαύμαστη. Με αξιοζήλευτη και έντονη καριέρα, μεγάλες εμπορικές επιτυχίες, η έφηβη που της άρεσε να κάνει πατινάζ πριν μπλέξει με τον κινηματογράφο, κατάφερε να πάρει κι ένα Όσκαρ πρώτου γυναικείου ρόλου το 1949, με το Pinky του Elia Kazan(αν δεν το έχετε ήδη κάνει, να το δείτε), σφραγίζοντας έτσι μια πληθωρική παρουσία στον χώρο του θεάματος. Margie(1946), A Letter to Three Wives(1948), Cheaper by the Dozen(1949), People Will Talk(1951), O. Henry’s Full House(1952), και, The Joker Is Wild(1957), είναι μερικές από τις καλύτερες της στιγμές. Ικανή τόσο για δραματικούς, όσο και για κωμικούς ρόλους, θα την χαρακτήριζα ως ολοκληρωμένη ηθοποιό. Φοβερός και ο Broderick Crawford(εξαιρετικός κωμικός, παρεμπιπτόντως), στον δύσκολο ρόλο του διαταραγμένου ψυχικά πιστολά, που γυρίζει και προκαλεί σε μονομαχία σκορπίζοντας τον θάνατο, για να ακούσει το πλήθος να τον αποκαλεί “το πιο γρήγορο πιστόλι”. Όταν μάλιστα αποκαλυφθεί και η πραγματική αιτία που τον ώθησε σε αυτή τη ζωή, θα αποδειχθεί και τραγική ως φιγούρα. Οι δύο ακόλουθοι του, που τον μισούν αλλά και τον φοβούνται, John Dehner και, Noah Beery, Jr. είναι κι αυτοί εξαιρετικοί. Το ίδιο και οι κάτοικοι της πόλης που προσφέρουν ένα ακόμη καταφύγιο στον βασανισμένο από ενοχές Φόρντ, Allyn Joslyn, Leif Erickson, J. M. Kerrigan(σε μικρό σχετικά ρόλο, αλλά πολύ ουσιαστικό, αυτόν του αφηγητή της θανάσιμης μονομαχίας. Συμπαθέστατος στο “Anybody seen my gal”, μεταξύ άλλων), Chubby Johnson, Chris Olsen, Russ Tamblyn(ο πιτσιρικάς που κάνει απιστευτά χορευτικά στην γιορτή και, που το ’61 θαυμάσαμε σε πρωταγωνιστικό ρόλο στο μιούζικαλ West Side Story). Ο Paul Birch υποδύεται τον σερίφη που καταδιώκει τους τρείς ληστές με επιπλέον κίνητρο να εκδικηθεί για τον θάνατο του αδελφού του. Κι αυτός δεν έχει μεγάλο ρόλο, όμως είναι πολύ καλός εξίσου.

https://en.wikipedia.org/wiki/Jeanne_Crain

https://en.wikipedia.org/wiki/Broderick_Crawford

https://en.wikipedia.org/wiki/Russ_Tamblyn

https://en.wikipedia.org/wiki/J._M._Kerrigan

Ξεχωριστή η σκηνή της τελικής αναμέτρησης και ενδεικτική της διαφορετικής νοοτροπίας σε σχέση με την τάση που ακολούθησε το ’60. Ο σκηνοθέτης δεν τραβάει τα πλάνα με συνεχή κοντινά στους δύο μονομάχους, ή στα μάτια τους. Η στιγμή που της αναλογεί είναι μετρημένη, ώστε να μην τονίζει το φινάλε, αλλά να αποτελεί απλά την τελευταία πράξη. Άλλωστε το σενάριο έχει χτιστεί γύρω από άλλα πράγματα και η βία είναι μια μόνο από τις μορφές εξιλέωσης του πρωταγωνιστή. Η ταινία δεν φιλοξενεί ατάκες από εκείνες που μένουν. Τον ρόλο αυτό αναλαμβάνει η εικόνα, με  μερικές από τις καλύτερες σκηνές να περιμένουν τον θεατή στο άδειο από θαμώνες μπαρ, κατά την διάρκεια του Κυριακάτικου κηρύγματος. Η εκκλησία που επιλέγεται και σαν χώρος αποκαλύψεων, όταν όλοι θα χρειαστεί να επιλέξουν με ποιόν τρόπο θέλουν να μείνουν ζωντανοί και, σε βάρος τίνος. Κι εκεί είναι που θα γίνει το μεγάλο ξεκαθάρισμα απωθημένων, υποκρισίας, χαρακτήρων.

Το σλάιντ απαιτεί την χρήση JavaScript.

ΥΠΟΘΕΣΗ

Η ήρεμη επιφανειακά ζωή του ζεύγους Τέμπλ, θα διαταραχθεί από ένα μπαράζ δυσάρεστων αναμνήσεων που θα έρθουν ξαφνικά, για να συγκλονίσουν την μικρή κοινότητα και τις ζωές όλων. Ο ήρεμος καταστηματάρχης που αποφεύγει το ποτό και μισεί τα όπλα, είναι η μια όψη του Τζώρτζ. Η άλλη, καλά κρυμμένη σε ένα παρελθόν που τον κατατρώει, θα τον φέρει αντιμέτωπο με αυτό που φοβάται περισσότερο, την σύγκρουση  με το πεπρωμένο. Με το απόσπασμα να τους καταδιώκει, η συμμορία του Βίνι Χάρολντ αναζητά στη μικρή πόλη ξεκούραστα άλογα, κουβαλώντας μαζί της την δίψα μιας θανατηφόρα επιβεβαίωσης, για τον τίτλο του “πιο γρήγορου πιστολιού”…

Αποκλειστικά για το Cine Oasis

Γιώργος Κοσκινάς

2013 – 2018